Νίκος Νικολόπουλος: Έχει πεισθεί ο κ. Κοντονής ότι πρέπει ν’ αλλάξει το οικογενειακό δίκαιο στην Ελλάδα!

 
Νίκος Νικολόπουλος: Έχει πεισθεί ο κ. Κοντονής ότι πρέπει ν’ αλλάξει  το οικογενειακό δίκαιο στην Ελλάδα!

Ενημερώθηκε: 25/04/18 - 15:54

Το αναχρονιστικό οικογενειακό δίκαιο στην Ελλάδα- κατ’ ευφημισμόν δίκαιο- αναμορφώνεται επιτέλους, σύμφωνα με την δέσμευση του Υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή, ο οποίος απάντησε με απόλυτη σαφήνεια και πειστικότητα σε ερώτηση του Προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος και ανεξάρτητου βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου.

Ο Υπουργός αποκάλυψε ότι «έχει συσταθεί ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή με αντικείμενο την αναμόρφωση διατάξεων του οικογενειακού δικαίου και ειδικότερα με έμφαση σε θέματα επιμέλειας, επικοινωνίας και σχέσεων γονέων τέκνων. Η ημερομηνία περάτωσης των εργασιών της έχει οριστεί η 20η Σεπτεμβρίου 2018».

Αιτιολογώντας την παρέμβασή του, ο Χριστιανοδημοκράτης βουλευτής είχε υποστηρίξει μεταξύ άλλων, στην ερώτησή του οι προκαταλήψεις περί «ανωτερότητας» της μητέρας στην ανατροφή των τέκνων έναντι του πατέρα μέχρι και πριν 20 χρόνια λειτουργούσαν ως αντίβαρο στη σαφή τότε κοινωνική και οικονομική υπεροχή του άνδρα έναντι της γυναίκας. Έτσι οι γυναίκες διέθεταν ένα σαφές «όπλο» σε περίπτωση εγκατάλειψης της οικογένειας από τον άνδρα, αφού εκείνος θα «έχανε» τα παιδιά. Άρα ο άνδρας είχε κάτι πολύ σοβαρό να «χάσει».

Σήμερα όμως, όπου γυναίκες και άνδρες έχουν ενταχθεί στον εργασιακό χώρο και που οι δυο έχουν εισοδήματα και οικονομική ανεξαρτησία, η διατήρηση αυτής της εθιμικής νομικής προκατάληψης, ξεκάθαρα μετατρέπει τον άνδρα σε αδύναμο κρίκο ακόμη και εντός του γάμου, καθόσον η γυναίκα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι σε περίπτωση αντιδικίας θα κερδίσει τα πάντα, ενώ ο άνδρας μετατρέπεται σε εν δυνάμει «καμικάζι», αφού δεν καταστρέφεται μόνο η οικογένεια του αλλά και η καθημερινή σχέση με τα παιδιά του, γεγονός που προφανέστατα είναι άσχετο με το διαζύγιο.

Σε άλλο σημείο της ερώτησής του ο Νίκος Νικολόπουλος επισήμανε:

«Διασπώντας την αρχή της μίας κατοικίας, το παιδί θα έχει δυο κατοικίες: την πατρική, και την μητρική του κατοικία, στον ίδιο νομό, εκτός αν οι γονείς συμφωνήσουν αλλιώς. Συνεπώς, η κατανομή της κατοικίας, στο πλαίσιο της κοινής επιμέλειας, θα πρέπει να γίνει σε μικροκλίμακα: κατανομή της διαμονής του παιδιού μέσα στην εβδομάδα, ή στον μήνα. Τα υπόλοιπα, είναι ζήτημα συμφωνιών και ρυθμίσεων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι αναγκαία η ψήφιση νόμου που θα κάμψει επιτέλους το υφιστάμενο απαράδεκτο και παρηκμασμένο νομολογιακό έθιμο. Αυτό είναι πια επιβεβλημένο για το συμφέρον της κοινωνίας, της δικαιοσύνης, του δικαστικού σώματος, του δικηγορικού σώματος, των γονέων, αλλά πρωτίστως και κυρίως των παιδιών».

Τέλος, με αφορμή τις πρωτοβουλίες που ήδη έχει πάρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο ανεξάρτητος βουλευτής δήλωσε:

«Η απόφαση του κ. Υπουργού για σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, σημαίνει ότι έχει κατανοήσει πως το υφιστάμενο οικογενειακό δίκαιο βρίσκεται…. εν αδίκω.

Δεν είναι δυνατόν στη σύγχρονη εποχή μας να εκδίδονται αποφάσεις- καρμπόν των Δικαστηρίων που δεν βασίζονται στην επιστήμη ή το Δίκαιο, αλλά σε συντεχνιακές σκοπιμότητες και τη γραφειοκρατία. Οι αποφάσεις αυτές συνήθως βασίζονται στην παρωχημένη επιστημονικώς άποψη ότι η μητέρα είναι ικανότερη να ασκήσει την επιμέλεια από τον Πατέρα.

Εν τέλει, η νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Βουλής βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση και ελπίζω ότι ήδη εργάζεται με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των γονέων και των φύλων που επιβάλλει τον εκσυγχρονισμό των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, ώστε να διασφαλίζεται το πραγματικό συμφέρον του παιδιού που είναι η διαμονή, η επικοινωνία και η επαφή και με τους δύο γονείς, ώστε να διαμορφώσει ολοκληρωμένη προσωπικότητα και να έχει τα πρότυπα και των δύο φύλων στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Ελπίζω, συνεπώς, ότι οι προτάσεις της προς νομοθέτηση θα υπηρετήσουν την ανάγκη του εκσυγχρονισμού, του οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα. Εδώ, λοιπόν, είμαστε να αξιολογήσουμε και να κρίνουμε το έργο της, πριν κληθούμε να νομοθετήσουμε».