Την εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει νέα εστία έντασης στη Μέση Ανατολή εξέφρασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ υπερασπίστηκε την κυβερνητική πολιτική στα ελληνοτουρκικά, απαντώντας παράλληλα στην κριτική που δέχεται για τη στρατηγική των «ήρεμων νερών» στις σχέσεις με την Τουρκία.
Σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι καμία κυβέρνηση δεν επιδιώκει την ένταση στις διεθνείς σχέσεις, τονίζοντας πως ζητούμενο είναι η χώρα να είναι προετοιμασμένη να διαχειριστεί αποτελεσματικά ενδεχόμενες κρίσεις.
«Πιστεύω ότι δεν θα βρεθούμε σε μία ακόμη αχρείαστη εστία έντασης στη Μέση Ανατολή», ανέφερε, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία για τις εξελίξεις στην περιοχή.
Αναφερόμενος στα ελληνοτουρκικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερασπίστηκε τη στρατηγική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει πρωτοβουλίες που ενισχύουν έμπρακτα τα κυριαρχικά της δικαιώματα και διαμορφώνουν τη διεθνή ατζέντα.
«Για πρώτη φορά, η Ελλάδα θέτει την ατζέντα και η Τουρκία αντιδρά», υποστήριξε, επισημαίνοντας ότι ήταν ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που έθεσε απευθείας στην Άγκυρα το ζήτημα του casus belli, το οποίο παραμένει σε ισχύ από το 1995.
Ο πρωθυπουργός απαρίθμησε σειρά πρωτοβουλιών που, όπως είπε, υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των οποίων η επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο στα 12 ναυτικά μίλια, οι συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, ο Εθνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, οι έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Απαντώντας στην κριτική που δέχεται από δύο πρώην πρωθυπουργούς για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για άδικες επικρίσεις, σημειώνοντας ότι σέβεται και τους δύο, αλλά οι ίδιοι είναι αρμόδιοι να εξηγήσουν τη στάση τους.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην οικονομία, με τον πρωθυπουργό να αναγνωρίζει ότι σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες λόγω του αυξημένου κόστους ζωής.
Ωστόσο, απέκλεισε εκ νέου το ενδεχόμενο μείωσης του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι τέτοια μέτρα θα δημιουργούσαν απώλειες στα δημόσια έσοδα χωρίς να εξασφαλίζουν ουσιαστικό όφελος για τους καταναλωτές.
«Η μείωση του ΦΠΑ είναι λάθος πολιτική, καθώς συχνά απορροφάται από την εφοδιαστική αλυσίδα και δεν φτάνει τελικά στον πολίτη», υποστήριξε.
Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της διατήρησης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, υπογραμμίζοντας ότι αυτά είναι αναγκαία για τη σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους και την αποφυγή επιστροφής της χώρας σε καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης.
«Μας κατάπιε το χρέος μία φορά. Δεν πρέπει να το ξαναζήσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση επιλέγει τη μείωση φόρων και όχι τη μόνιμη πολιτική επιδομάτων, με εξαίρεση έκτακτες περιόδους κρίσης, όπως η πανδημία.