Νίκος Νικολόπουλος: Να παραιτηθούμε όσοι βουλευτές διαφωνούμε με την συμφωνία των Πρεσπών

Νίκος Νικολόπουλος: Να παραιτηθούμε όσοι βουλευτές διαφωνούμε με την συμφωνία των Πρεσπών
Ενημερώθηκε: 15/01/19 - 15:24

Ο Νίκος Νικολόπουλος σήμερα από το βήμα της Βουλής ζητά να παραιτηθούν οι διαφωνούντες με την Συμφωνία των Πρεσπών βουλευτές και οι αναπληρωματικοί τους, για να οδηγηθούμε σε εκλογές.

Με την χτεσινή απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, ορίστηκε να μιλήσει ο ανεξάρτητος Βουλευτής Νίκος Νικολόπουλος στον πρώτο κύκλο ομιλητών, τον οποίο ανοίγουν  ο Πρωθυπουργός και ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, στην συζήτηση ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση.

Ο Νίκος Νικολόπουλος, ο οποίος δεν θα δώσει ψήφο εμπιστοσύνης, κατά την διάρκεια της  ομιλίας του  θα επαναφέρει από το βήμα της Βουλής την πρόταση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος  να παραιτηθούν  όλοι οι διαφωνούντες με την κύρωση - ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι βουλευτές και οι αναπληρωματικοί τους. και θα υποστηρίξει ότι «σύμφωνα  με το άρθρο 51 Παράγραφος 1 του Συντάγματος, η  Βουλή δεν μπορεί να λειτουργήσει, γιατί οι βουλευτές θα είναι κάτω των 200. Και τότε θα πρέπει αμέσως να γίνουν εκλογές, οι οποίες τότε θα πάρουν τη μορφή Δημοψηφίσματος κατά της συμφωνίας. 

Στις εκλογές που θα προκύψουν, η συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού λαού θα “μαυρίσει” κόμματα και Βουλευτές, που θέλησαν να παραδώσουν το όνομα, την ιστορία και τον πολιτισμό μας σε ένα κρατικό μόρφωμα που έφτιαξαν οι ξένες μεγάλες δυνάμεις. 

Με κάθε δημοκρατικό και νόμιμο τρόπο δεν πρέπει να επιτρέψουμε να κυρωθεί η συμφωνία... Ο Ελληνικός Λαός από εμάς αυτό ζητά».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Ανεξάρτητου Βουλευτή και Προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Νίκου Νικολόπουλου στην σημερινή συνεδρίαση.

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Συνηθίζουμε να λέμε ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Γιατί και όταν υπάρχουν ή δημιουργούνται, επιλύονται με την προσφυγή στις κάλπες, δηλαδή την ανάθεση της ευθύνης, απευθείας στον κυρίαρχο λαό. Ξέρετε ότι είμαι παλιός κοινοβουλευτικός. Και καθώς επί πολλά χρόνια έχω την τιμή και την ευθύνη να εκπροσωπώ τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στα κοινοβουλευτικά έδρανα, σας ομολογώ ότι υπήρξαν αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια που αναρωτήθηκα εάν όλοι όσοι εκλεγόμαστε με τη ψήφο των πολιτών και υπηρετούμε τον κοινοβουλευτισμό, αναγνωρίζουμε ουσιαστικά την λαϊκή κυριαρχία.

Επίσης, πολλές φορές αναρωτήθηκα εάν οι πολιτικοί, και ιδιαίτερα όσοι διαχειρίζονται εξουσία, μπορούν να διακρίνουν τη σοβαρότητα των καταστάσεων και ξέρουν μέχρι ποίου σημείου μπορούν οι ίδιοι, μόνοι τους, να κουβαλήσουν την ευθύνη και από ποιο σημείο και πέρα, οφείλουν να την αναθέσουν στον Ελληνικό λαό. Δεν σας κρύβω ότι μετά τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, η σημερινή είναι μία ακόμα τέτοια φορά, ερωτημάτων για μένα. Τα ερωτήματα είναι σαφή:

Πιστεύει, πραγματικά, η κυβέρνηση ότι μπορεί να κουβαλήσει μέχρι τέλους την ευθύνη ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών και ανεξάρτητα με όσα λέει για την χρησιμότητά της – με τα οποία διαφωνώ πλήρως – δεν πρόκειται για ένα μείζον εθνικό θέμα, για το οποίο πρέπει να αποφασίσει ο ίδιος ο Ελληνικός λαός;  Επίσης, πιστεύει πραγματικά ότι μετά τις πρόσφατες εξελίξεις και την παραίτηση του Πάνου Καμμένου από το υπουργείο Άμυνας, δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, έστω και αν έχει ή βρει τις 151 ψήφους που απαιτούνται, τόσο για την παροχή εμπιστοσύνης, όσο και για τη Συμφωνία των Πρεσπών;

Η απάντηση που προσωπικά δίνω και στα δύο παραπάνω ερωτήματα είναι ότι προφανώς και έχει έρθει η ώρα του λαού. Ότι, προφανώς φτάσαμε στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου, του οποίου ο απολογισμός δεν είναι της παρούσης, αλλά τώρα, προτού ανοίξει ένας νέος κύκλος, πρέπει ο κυρίαρχος ελληνικός λαός να κληθεί να αποφασίσει για την τύχη του και την τύχη της χώρας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι ώρες και οι μέρες που ζούμε είναι πολύ σημαντικές. Και κατά την άποψή μου δεν προσφέρονται για λεκτικές «κορώνες» και… κοκορομαχίες, αλλά για σοβαρή περίσκεψη, με αίσθημα εθνικής και κοινωνικής ευθύνης. Ξεκινώντας από το αντικείμενο της σημερινής συνεδρίασης, λοιπόν: Τον Ιανουάριο του 2015 κατ’ αρχήν και αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2015, με την ψήφο του ελληνικού λαού, δημιουργήθηκε μία συγκυβέρνηση, αποτελούμενη από δύο κόμματα. Τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ.  Στα χρόνια που πέρασαν μέχρι τώρα, η κυβερνητική συνεργασία των δύο αυτών κομμάτων έφερε τα γνωστά μνημόνια και προαπαιτούμενα με τα οποία όλοι γνωρίζουν πως διαφώνησα κάθετα και στις 19 Νοεμβρίου 2015 δεν τα ψήφισα και αμέσως μετά την ψηφοφορία διεγράφην εγώ και ο Στάθης Παναγούλης με το ίδιο σκεπτικό και με τις ίδιες λέξεις κατά κυριολεξία.
Έπραξα ακριβώς το ίδιο, όπως και τότε στις 17 Ιουλίου 12012 όταν παραιτήθηκα από Υφυπουργός Εργασίας της Κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου.  Τουλάχιστον όμως, διατηρήθηκε η χώρα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και επιβεβαίωσε τον προσανατολισμό της προς τη Δύση, ενώ το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με… αυτοκτονία και το ξέρουν όλοι. Δεν θα κάνω αναλυτικό απολογισμό της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ. Ο καθένας μπορεί να βρει θετικά και αρνητικά, το ίδιο και εγώ.  Η ουσία είναι πως αυτή η συγκυβέρνηση έφτασε στο τέλος της. 

Και όπως με… δανεικά, δεν δομούνται σταθερές οικονομίες, έτσι δεν δομούνται και σταθερές κυβερνήσεις. Γι’ αυτό και το ένα και μόνο επιχείρημα που θα συνηγορούσε υπέρ της άποψης περί μη πρόωρων εκλογών, δηλαδή η πολιτική σταθερότητα στην χώρα, αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται κατά την άποψή μου. Η κυβέρνηση, ακόμα και αν πάρει σήμερα 151 ψήφους, θα παραμείνει ασταθής, μετέωρη και με πολύ κοντό ορίζοντα μπροστά της. Άλλωστε, πόσος καιρός έμεινε πια μέχρι τη λήξη της συνταγματικής θητείας της;  
Εννέα – δέκα μήνες. Και μάλλον δεν θα είναι μήνες… απροβλημάτιστοι. Όλοι το γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε στο λυκαυγές μιας χρονιάς, της οποίας τα επερχόμενα πολιτικά γεγονότα θα επιδράσουν καταλυτικά στην κοινωνία και τον τόπο μας.

Η διάτρητη συμφωνία των Πρεσπών, τα μέτρα της τελευταίας στιγμής που επαγγέλλεται η Κυβέρνηση, οι αφόρητες πιέσεις του διεθνούς παράγοντα για διευθετήσεις εκκρεμών ζητημάτων της χώρας μας -πιέσεις που βλάπτουν τα οικονομικά και εθνικά μας συμφέροντα- η συνταγματική αναθεώρηση, ο επιδιωκόμενος διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους και οι πολλαπλές κάλπες, συνθέτουν το πολιτικό τοπίο των επόμενων μηνών. Είναι πολλές οι εκκρεμότητες και ο αυστηρά περιορισμένος πολιτικός χρόνος δεν προσφέρεται για διευθετήσεις του ποδαριού.

Ποιος ο λόγος λοιπόν να μην στραφεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός προς τον λαό και να ζητήσει, το συντομότερο δυνατό την κρίση του, την επιβράβευση ή την καταδίκη της πολιτικής του;

Και γιατί να μην συμβεί αυτό τώρα ειδικά, που όλοι ξέρουμε ότι η παρούσα κυβερνητική κρίση πηγάζει από ένα μείζον εθνικό θέμα, όπως είναι η συμφωνία με τα Σκόπια. Και πάλι, όλοι ξέρετε τις θέσεις μου. Τη θεωρώ αισχρή και επαίσχυντη. Πηγή πρόκλησης ακόμα μεγαλυτέρων εθνικών προβλημάτων με τη γειτονική χώρα, η οποία με ελληνική υπογραφή θα αποκτήσει πλέον επίσημη μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα. Εμείς οι ίδιοι, βαλθήκαμε να παραχαράξουμε την ιστορία μας. Είναι σαν να αφαιρούμε τη Μακεδονική και την Ελληνική ιθαγένεια από τον Μέγα Αλέξανδρο. Τρίζουν τα κόκαλά του, τρίζουν τα κόκαλα των Μακεδονομάχων, αφαιρούμε δόξα και αιματοβαμμένες σελίδες από την ιστορία μας. Το μεγάλο έγκλημα είναι ότι απεμπολεί την μοναδικότητα της Ελληνικής Μακεδονίας μας μερίδα του πολιτικού προσωπικού του τόπου.  Όχι ο λαός. Ό,τι γίνεται, γίνεται παρά την βούληση του λαού. Μας λέει η κυβέρνηση ότι όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στρουθοκαμήλιζαν και ενώ τα Σκόπια αναφέρονταν παντού ως «Μακεδονία», εμείς κρυβόμασταν πίσω από την ονομασία FYROM ή ΠΓΔΜ. 

Και τώρα θα είναι καλύτερα που όλοι θα αναφέρονται στα Σκόπια ως «Μακεδονία» χωρίς τον επιθετικό προσδιορισμό «Βόρεια» μπροστά και αφετέρου αλήθεια υπάρχει κάποιος ή κάποια στην αίθουσα, αλά και στην οικουμένη ολόκληρη που να μην γνωρίζει πως επρόκειτο για ένα αυτό-ονομαζόμενο κρατίδιο, χωρίς καμία θέση και υπόσταση σε διεθνή φόρα και ιδίως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. «Βρείτε τα με την Ελλάδα…» έλεγαν όλοι στους Σκοπιανούς.  Και τώρα… τα βρήκαν. Αλλά με μία συμφωνία που διατηρεί απολύτως τον «Μακεδονισμό» των Σκοπιανών και τους ανοίγει διάπλατα τον δρόμο προς την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.  Έτσι, τώρα πια, πράγματι όλοι θα μιλάνε για «Μακεδονία» και αυτή… δεν θα είναι η ελληνική!  Πρόκειται για μία συμφωνία απαράδεκτη. 

Και πάλι, όμως, το θέμα δεν είναι η άποψή μου ή η άποψη σας. Το θέμα είναι εάν συμφωνούμε ότι πρόκειται για μείζον εθνικό θέμα, για το οποίο υπάρχει κάθε λόγος να συνδεθεί απευθείας με προσφυγή στις κάλπες, ώστε μέσω αυτών να γίνει ένα – έμμεσο έστω – δημοψήφισμα για τη Συμφωνία των Πρεσπών.  Προσωπικά, πιστεύω ότι αυτή η σύνδεση επιβάλλεται! Και εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν μία κυβέρνηση να απευθύνεται με δημοψήφισμα στον λαό για το… δεύτερο ή το τρίτο μνημόνιο, αλλά να μην απευθύνεται στον λαό για μία τέτοιας σημασίας εθνική υπόθεση. Σε αυτή την περίπτωση, η ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή!

Κατά συνέπεια, υπάρχουν αρκετοί και πολύ σημαντικοί λόγοι, κυρίες και κύριοι, ώστε με παρρησία, όλος ο  πολιτικός κόσμος να κοιτάξει στα μάτια τις Ελληνίδες και τους Έλληνες και να δρομολογήσει με ηρεμία και ομαλότητα την επόμενη μέρα, όποια και να είναι αυτή.  Γι’ αυτό και προσωπικά, επαναλαμβάνω: Δεν θα στηρίξω με τη ψήφο μου την κυβέρνηση και δεν θα παραδώσω τη Μακεδονία βάζοντας την υπογραφή μου στη «Συμφωνία των Πρεσπών».

Είμαι απόλυτα βέβαιος –κι έχω ήσυχη τη συνείδησή μου- ότι διερμηνεύω τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού. Πήγα στα συλλαλητήρια, της Αθήνας και  της Θεσσαλονίκης,  πήγα και στις Πρέσπες, πήγα παντού, όπου κτυπάει η καρδιά της Ελλάδας και της Μακεδονίας και γνωρίζω ότι η ψήφος μου, είναι η δημοψηφισματική ψήφος 10  εκατομμυρίων Ελλήνων και των απανταχού της γης ομογενών μας. Η Μακεδονία μας, η καρδιά της Ελλάδας οφείλουμε ν’ αντιληφθούμε, έστω και αυτή την ύστατη ώρα, ότι δεν είναι ένα συμβατό μόσχευμα, με το οποίο θα μπορούσε να ζήσει και να πάει μπροστά το γειτονικό κρατίδιο των Σκοπίων.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

Δυστυχώς η  κυβέρνηση όπως όλα δείχνουν διαθέτει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να κυρώσει την επαίσχυντη  συμφωνία των Πρεσπών. Έχω  υποστηρίξει κατ' επανάληψη ότι είμαι  αντίθετος με την συμφωνία, διότι  είναι μια συμφωνία, η οποία ενισχύει τον αλυτρωτισμό των γειτόνων και βλάπτει πολύ σοβαρά τα εθνικά μας συμφέροντα. Επίσης κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες,  έχουν δηλώσει κατηγορηματικά πως θα κάνουν οτιδήποτε είναι κοινοβουλευτικά  δυνατόν για να μην κυρωθεί ποτέ αυτή η συμφωνία.

Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα Ελλάδος από τον Ιούλιο δημοσιοποίησε την επιστολή που απέστειλε στην ηγεσία της  αντιπολίτευσης και πρότεινε την μια και μοναδική  δυνατότητα η οποία μπορεί να αποτρέψει την ψήφισή της. Η δυνατότητα που έχουμε όλοι εμείς που διαφωνούμε και καταψηφίζουμε είναι να αποφασίσουμε και με συνεννόηση να παραιτηθούμε όλοι οι βουλευτές μαζί με και οι αναπληρωματικοί μας. 

Τότε στη Βουλή οι εναπομείναντες βουλευτές θα είναι λιγότεροι από 200  και σύμφωνα  με το άρθρο 51 Παράγραφος 1 του Συντάγματος, η  Βουλή δεν μπορεί να λειτουργήσει. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η Βουλή δεν μπορεί να έχει λιγότερους από 200 βουλευτές. Και τότε θα πρέπει αμέσως να γίνουν εκλογές, οι οποίες τότε θα πάρουν τη μορφή Δημοψηφίσματος κατά της συμφωνίας. Στις εκλογές που θα προκύψουν, η συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα μαυρίσει κόμματα και Βουλευτές, που θέλησαν να παραδώσουν το όνομα, την ιστορία και τον πολιτισμό σε ένα κρατικό μόρφωμα που έφτιαξαν οι ξένες μεγάλες δυνάμεις. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να κυρωθεί η συμφωνία... ο Ελληνικός Λαός από εμάς αυτό ζητά. 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και σήμερα όπως και πορεύομαι από τα νεανικά μου χρόνια δεν θα κάνω τίποτα αντίθετο με τις αρχές και τις ιδέες μου και με όσα αισθάνομαι πως προδίδουν την εντολή που έλαβα από τους πολίτες. Και κανένας πολιτικός σε μία δημοκρατία δεν πρέπει να ντρέπεται ή να φοβάται τον λαό. Κανένας δεν πρέπει να τον αποφεύγει. Γιατί μόνο αυτός δίνει τα αξιώματα και τις «καρέκλες», μόνο αυτός πρέπει να ελέγχει την μοίρα του και την μοίρα του τόπου.  Σας ευχαριστώ».