Στον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την έξαρση των ψευδών ειδήσεων (fake news) και την ανάγκη θέσπισης κανόνων στο Διαδίκτυο αναφέρθηκε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, κατά τη συμμετοχή του στους «Διαλόγους της Νισύρου».
Στη συζήτηση που είχε με τον δημοσιογράφο Σταύρο Παπαντωνίου, ο κ. Μαρινάκης κατέθεσε τις προτάσεις της κυβέρνησης για την αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και την προστασία των δημοκρατικών θεσμών.
Αναφερόμενος στη στάση των νέων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι δεν τους θεωρεί απολιτίκ, παρά το γεγονός ότι κρατούν αποστάσεις από τις κάλπες. Όπως εξήγησε, η αποστασιοποίησή τους οφείλεται στο ότι δεν νιώθουν να τους αντιπροσωπεύει το υπάρχον πολιτικό σύστημα, ενώ εκτίμησε ότι οι ανέξοδες υποσχέσεις και η παροχολογία τούς απομακρύνουν ακόμα περισσότερο.
Τοξικότητα, Διαδίκτυο και το «κίνημα του ξυλολίου»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Μαρινάκης στην τοξικότητα που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση στοχοποιείται συστηματικά. Ως παράδειγμα έφερε τις θεωρίες γύρω από το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, το οποίο ερευνάται από τη Δικαιοσύνη, χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς περί μεταφοράς ξυλολίου ως το πιο «επαίσχυντο κίνημα».
Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε την πρόταση για υποχρεωτική ταυτοποίηση των χρηστών στα social media, εκφράζοντας την ικανοποίησή του που η ιδέα αυτή κερδίζει έδαφος στην κοινωνία προκειμένου να μπει τέλος στην ανωνυμία.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στα κόμματα που αποφεύγουν τον ουσιαστικό διάλογο και επιλέγουν να απευθύνονται μόνο στο σκληρό κομματικό τους ακροατήριο, προειδοποιώντας ότι αυτή η στρατηγική οδηγεί σε δημοσκοπική συρρίκνωση. Καυτηρίασε επίσης τις απλοϊκές οικονομικές αναλύσεις και τις υποσχέσεις που βασίζονται σε ανύπαρκτα «λεφτόδεντρα».
Τέλος, ο κ. Μαρινάκης έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην πολιτική. Περιέγραψε το ριψοκίνδυνο σενάριο δημιουργίας παραποιημένων βίντεο (deepfakes) με πρωταγωνιστές πολιτικούς λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, τονίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές μπορούν να χειραγωγήσουν το εκλογικό σώμα, να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα και, κατά συνέπεια, να πλήξουν την ίδια τη Δημοκρατία.