Τον Δεκέμβριο του 2025, η τελετή υπογραφής της ειρηνευτικής συμφωνίας στην Ουάσιγκτον ανάμεσα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τη Ρουάντα, προοριζόταν να αποτελέσει τον θρίαμβο του Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή διπλωματία.
Ωστόσο, πίσω από τις πανηγυρικές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, οι ηγέτες των δύο χωρών, Φέλιξ Τσισεκέντι και Πολ Καγκάμε, αρνήθηκαν ακόμη και να ανταλλάξουν χειραψία. Λίγες μέρες αργότερα, τα στρατεύματα της Ρουάντα και η υποστηριζόμενη από αυτήν οργάνωση ανταρτών M23, εξαπέλυσαν νέα μεγάλη επίθεση, καταλαμβάνοντας στρατηγικά σημεία στο Νότιο Κίβου.
Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει τις αδυναμίες της νέας, άκρως συναλλακτικής στρατηγικής (transactional approach) της κυβέρνησης Τραμπ στην Αφρική. Πρόκειται για μια πολιτική που ανταλλάσσει την αμερικανική διπλωματική στήριξη με προνομιακή πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, χρησιμοποιώντας τις κυρώσεις ως μοχλό πίεσης, αλλά αγνοώντας τους μακροπρόθεσμους κινδύνους.
Ο ρόλος του Μασάντ Μπούλος και το «Αμερική Πρώτα»
Ανατρέποντας τις παραδοσιακές διπλωματικές διαδικασίες, ο Λευκός Οίκος παρέκαμψε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Τα ηνία των διαπραγματεύσεων ανέλαβε ο Μασάντ Μπούλος (συμπέθερος του Ντόναλντ Τραμπ), ως ειδικός σύμβουλος για την Αφρική. Χωρίς προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία, αλλά με ισχυρές επιχειρηματικές διασυνδέσεις, ο Μπούλος λειτούργησε με ταχύτητα, επιβάλλοντας κυρώσεις σε αξιωματούχους της Ρουάντα και πιέζοντας για άμεσες συμφωνίες.
Το αμερικανικό σχέδιο ήταν ξεκάθαρο και βασίστηκε στο δόγμα «Αμερική Πρώτα»: αποδυνάμωση της κινεζικής κυριαρχίας στην αλυσίδα εφοδιασμού και έλεγχος των τεράστιων αποθεμάτων κοβαλτίου, χαλκού και λιθίου του Κονγκό.
Το μήνυμα της Κινσάσα προς την Ουάσιγκτον ήταν απλό: «Απαλλάξτε μας από τη Ρουάντα και θα σας δώσουμε τα ορυκτά». Αμέσως μετά την υπογραφή της ειρηνευτικής συμφωνίας, αμερικανικές και συμμαχικές εταιρείες προχώρησαν σε μπαράζ εξαγορών και κοινοπραξιών με την κρατική εταιρεία εξορύξεων του Κονγκό (Gécamines), υποστηριζόμενες από πακτωλό δισεκατομμυρίων μέσω της αμερικανικής αναπτυξιακής τράπεζας (DFC).
Τα τυφλά σημεία: Ο κίνδυνος της αυταρχικής διολίσθησης
Παρά τις πρόσκαιρες διπλωματικές νίκες, η στρατηγική της Ουάσιγκτον κρύβει σοβαρές παγίδες:
Μονόπλευρη πίεση: Οι ΗΠΑ επέβαλαν σκληρές κυρώσεις στη Ρουάντα (και στον στρατό της), ωστόσο η πίεση αυτή δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχες απαιτήσεις προς το Κονγκό. Αυτό επιτρέπει στην Κινσάσα να τηρεί μαξιμαλιστική στάση, αρνούμενη να κάνει παραχωρήσεις, ενώ η Ρουάντα απλώς περιμένει την αποχώρηση Τραμπ ή μια νέα κρίση για να ανασυνταχθεί.
Αδιαφορία για τα ανθρώπινα δικαιώματα: Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι η προώθηση της δημοκρατίας δεν αποτελεί προτεραιότητα. Αυτό έχει «λύσει τα χέρια» του προέδρου Τσισεκέντι, ο οποίος προωθεί ήδη συνταγματικές αλλαγές για να εξασφαλίσει μια τρίτη θητεία το 2028, καταστέλλοντας την αντιπολίτευση.
Το «αντάλλαγμα» του μεταναστευτικού: Αξιωματούχοι του Κονγκό πιστεύουν ότι η Ουάσιγκτον θα κλείσει τα μάτια στον αυταρχισμό, εφόσον η χώρα συνεχίσει να προσφέρει ορυκτά και δέχεται μετανάστες που απελαύνονται από τις ΗΠΑ (με τις πρώτες πτήσεις να έχουν ήδη φτάσει στην Κινσάσα τον Απρίλιο του 2026).
Επιφανειακές λύσεις με ημερομηνία λήξης
Η επιδίωξη άμεσων, εντυπωσιακών αποτελεσμάτων εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας θεαματικής αποτυχίας μακροπρόθεσμα. Η τεράστια υποδομή και παραγωγική ικανότητα της Κίνας δεν μπορεί να ανατραπεί από τη μια μέρα στην άλλη, καθώς απορροφά πάνω από τα δύο τρίτα των εξαγωγών χαλκού και κοβαλτίου του Κονγκό.
Ταυτόχρονα, η αλλοπρόσαλλη πολιτική των ΗΠΑ –που από τη μία επιβάλλει κυρώσεις στη Ρουάντα και από την άλλη της προσφέρει εκατομμύρια σε βοήθεια και μνημόνια πυρηνικής συνεργασίας– αποδυναμώνει την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.
Χωρίς μια συνολική στρατηγική που να απαιτεί ουσιαστικούς συμβιβασμούς από όλες τις πλευρές και να διασφαλίζει τη δημοκρατική ομαλότητα, η «αμερικανική ειρήνη» στο Κονγκό κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ακόμη παγωμένη σύγκρουση, θυσιάζοντας τη σταθερότητα της περιοχής στον βωμό των κρίσιμων ορυκτών.