Οι αμερικανικές υπηρεσίες εκφράζουν την ανησυχία ότι το Ιράν αξιοποιεί την παύση των εχθροπραξιών ως μια στρατηγική ευκαιρία για να αναπληρώσει το οπλοστάσιό του με τη συνδρομή ξένων εταίρων.
Σε μια κίνηση που απειλεί να ανακατέψει τη γεωπολιτική τράπουλα, το εθνικιστικό κόμμα MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί θέτει ως απαράβατο όρο για τη συνέχιση της κυβερνητικής συμμαχίας με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τη στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία και την Κίνα.
Ο Σι τόνισε ότι η Κίνα δεν θα επιδείξει καμία ανοχή σε τάσεις ανεξαρτησίας, τις οποίες κατονόμασε ως την κύρια αιτία αποσταθεροποίησης στην περιοχή, ενώ επανέλαβε τη θέση του Πεκίνου ότι οι λαοί των δύο πλευρών αποτελούν «μέλη της ίδιας οικογένειας».
Το κόμμα εμφανίζεται διχασμένο ανάμεσα σε μια «αριστερή» πτέρυγα, που επιδιώκει τη στενή προσέγγιση με το Πεκίνο, και μια «δεξιά» πτέρυγα, η οποία προκρίνει μια πιο ισορροπημένη στρατηγική ανάμεσα στην αποτροπή και τον διάλογο.
Σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν, οι δύο χώρες συμφώνησαν να διερευνήσουν μια συνολική διευθέτηση της σύγκρουσης που ξέσπασε τον περασμένο Οκτώβριο, έπειτα από ειρηνευτικές συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Ουρούμτσι της Κίνας.
Ο Ιρανός διπλωμάτης υποστήριξε ότι το κείμενο που καταψηφίστηκε επιχείρησε να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα, παρουσιάζοντας το Ιράν ως θύτη, ενώ στην πραγματικότητα είναι το «θύμα μιας συνεχιζόμενης επιθετικότητας».
Σε μια κρίσιμη καμπή για τη διεθνή ασφάλεια, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απέτυχε να καταλήξει σε συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, καθώς η Ρωσία και η Κίνα άσκησαν βέτο σε ένα ήδη αποδυναμωμένο ψήφισμα.
Σε μια περίοδο κορύφωσης της στρατιωτικής πίεσης από το Πεκίνο, η επίσκεψη της ηγέτιδας του Κουόμιντανγκ (KMT), Τσενγκ Λι-γουέν, στην Κίνα, αναδεικνύει την ύπαρξη ενός εναλλακτικού διπλωματικού διαύλου.
Μέσω του στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και της Διώρυγα του Σουέζ διέρχεται έως και το 12% του παγκόσμιου εμπορίου, γεγονός που καθιστά την ασφάλεια και τον έλεγχό της κρίσιμης σημασίας.
Η γεωπολιτική σκακιέρα στην Ασία και την Αφρική φαίνεται να αλλάζει άρδην, καθώς ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο και οι επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ ωθούν πολλές αναπτυσσόμενες χώρες στην αγκαλιά του Πεκίνου
Έντονο προβληματισμό προκαλεί η απόφαση της Κίνα να δεσμεύσει εκτεταμένες περιοχές υπεράκτιου εναέριου χώρου για διάστημα 40 ημερών, χωρίς να συνοδεύσει την κίνηση με κάποια επίσημη εξήγηση ή ανακοίνωση στρατιωτικών δραστηριοτήτων.
Με φόντο την παγκόσμια αστάθεια που πυροδότησε η πολεμική σύγκρουση στο Ιράν, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έδωσε το σύνθημα για την άμεση επιτάχυνση ενός νέου, ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος.
Υπό την πίεση ενός ασφυκτικού πετρελαϊκού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ, η Αβάνα επιταχύνει την ενεργειακή της μετάβαση, έχοντας ήδη εξασφαλίσει από το Πεκίνο φωτοβολταϊκά συστήματα ισχύος ενός γιγαβάτ, με στόχο οι ανανεώσιμες πηγές να καλύπτουν το 15% των αναγκών της έως το 2026.
Οι Αμερικανοί νομοθέτες πίεσαν για την έγκριση ενός εξοπλιστικού προγράμματος $40$ δισ. δολαρίων, ωστόσο η πολιτική πραγματικότητα στην Ταϊβάν περιπλέκει την κατάσταση.
Όπως μετέδωσε το Xinhua, ο Κινέζος ΥΠΕΞ Γουάνγκ Γι, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ, τόνισε την ανάγκη συντονισμένων πρωτοβουλιών για τη σταθεροποίηση της περιοχής.
Η προσδοκία για κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος δεν έχει επιβεβαιωθεί, ενώ η βοήθεια από Ρωσία και Κίνα ενδέχεται να επιταχύνει την ανασυγκρότηση της Τεχεράνης ταχύτερα από το αναμενόμενο.
Ενώ οι ΗΠΑ παρουσίασαν τη στρατιωτική εμπλοκή ως κίνηση ενίσχυσης της επιρροής τους, η κινεζική ηγεσία φαίνεται να την εκλαμβάνει ως στρατηγικό σφάλμα που ενδέχεται να επιταχύνει τη φθορά της αμερικανικής ισχύος.
Η εξάρτηση του παγκόσμιου εμπορίου (περίπου 90% των συναλλαγών) από το δολάριο καθιστά οποιαδήποτε δομική αλλαγή στο Ιράν ζήτημα με παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις, υπερβαίνοντας τα όρια μιας τοπικής σύρραξης.
Η σύγκρουση που πυροδοτήθηκε από τις συντονισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ κατά του Ιράν εισέρχεται στον δεύτερο μήνα, εν μέσω αυξανόμενης διεθνούς ανησυχίας για την ένταση των εχθροπραξιών και τις επιπτώσεις σε αμάχους και υποδομές.