Σε ένα ακόμη κρεσέντο θυματοποίησης και εξαγωγής ευθυνών, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να μεταθέσει το πλήρες βάρος της αποτυχημένης ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας στις πλάτες της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ο Τούρκος πρόεδρος, αγνοώντας επιδεικτικά τις δικές του αυταρχικές παρεκτροπές που έχουν οδηγήσει στον «πάγο» τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, παρουσίασε την Άγκυρα ως μια «αδικημένη» δύναμη που θυσιάζεται στον βωμό πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Κατηγόρησε τις Βρυξέλλες για βαθιά προκατάληψη, αφήνοντας αιχμές ακόμη και για θρησκευτικό αποκλεισμό, ενώ χαρακτήρισε προκλητικά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2004 ως μια από τις πλέον «λανθασμένες» ιστορικές αποφάσεις της Ευρώπης, αρνούμενος για πολλοστή φορά να αναγνωρίσει τη διεθνή νομιμότητα.
Συνεχίζοντας το αφήγημα του «ανεξέλεγκτου παίκτη», ο Ερντογάν σύγκρινε με έκδηλη εμπάθεια την ταχύτητα ένταξης της Ελλάδας το 1981 με τη δική του πολυετή στασιμότητα, βαφτίζοντας το έλλειμμα εκδημοκρατισμού της χώρας του ως απλό «πολιτικό εμπόδιο».
Με μια δόση γεωπολιτικής αλαζονείας, παρουσίασε την Τουρκία ως τη μοναδική «νησίδα σταθερότητας» σε μια φλεγόμενη περιοχή, φτάνοντας στο σημείο να απευθύνει τελεσίγραφο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τον Τούρκο ηγέτη, το διακύβευμα δεν είναι πλέον η συμμόρφωση της Άγκυρας στους ευρωπαϊκούς κανόνες δικαίου, αλλά η δήθεν αδυναμία της Ε.Ε. να καταστεί παγκόσμια δύναμη χωρίς την Τουρκία, μετατρέποντας μια θεσμική διαδικασία σε έναν στρατηγικό εκβιασμό για το «μέλλον του κόσμου».