Στις 12 Μαρτίου 1938 η Ναζιστική Γερμανία του Αυστριακής καταγωγής Αδόλφου Χίτλερ καταλαμβάνει αναίμακτα την Αυστρία και πραγματοποιεί το “Anschluss” («Προσάρτηση»), υλοποιώντας έτσι παλαιό όνειρο και υπόσχεση του δικτάτορα για μια «Μεγάλη Γερμανία», αποτελώντας έτσι μια από τις πρώτες εδαφικές επεκτάσεις των Ναζί πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (Β’ ΠΠ).
Ακολούθησαν βεβαίως η συμφωνία του Μονάχου, η κατάληψη της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία και ο διαμελισμός της, καθώς και η επίθεση στην Πολωνία, στις 1 Σεπτεμβρίου 1939, για ν’ αρχίσει επισήμως πλέον ο Β’ ΠΠ.
Η ιδέα της ενώσεως του γερμανικού έθνους σε ένα κράτος είχε καταστεί ιδιαιτέρως δημοφιλής ιδέας μετά το τέλος του Α’ ΠΠ, που είχε – ως γνωστόν – οδηγήσει στη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων το 1918.
Ο Χίτλερ τελικώς πέτυχε την ένωση το 1938 με την προαναφερθείσα στρατιωτική εισβολή των Γερμανών και διήρκεσε μέχρι τον Απρίλιο του 1945, όταν τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλλαν στη χώρα από τα ανατολικά και κατέλαβαν τη Βιέννη.
Τα προηγηθέντα
Στις 21 Μαΐου 1935 ο Χίτλερ σε λόγο του στο Ράιχσταγκ (Βουλή) είχε τονίσει ότι «Η Γερμανία ούτε προτίθεται ούτε επιθυμεί να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας, να προσαρτήσει την Αυστρία ή να προκαλέσει την προσάρτησή της».
Αυτό στα λόγια, γιατί στην πράξη οι ναζιστές σε συνεργασία με Αυστριακούς ακροδεξιούς, είχαν δολοφονήσει τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους, κάτι που αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της επανεγκαταστάσεως της δυναστείας των Αψβούργων στη χώρα. Αυτή την εξέλιξη δεν επιθυμούσαν ούτε η ναζιστική Γερμανία, ούτε και η φασιστική Ιταλία, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία.
Τον δολοφονημένο Ντόλφους διαδέχθηκε ο ηγέτης του Κόμματος «Πατριωτικό Μέτωπο», Κουρτ φον Σούσνιγκ, χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων, ο οποίος όμως και αυτός επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Όμως δεν ε΄πιχε υπολογίσει την ισχύ του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, που φυσικά είχε την υποστήριξη της Γερμανίας.
Τον Ιούλιο του 1935, κάτω από τις εσωτερικές πιέσεις και διεργασίες που αναφέρθηκαν, η Αυστρία υπόγραψε Σύμφωνο με τη Ναζιστική Γερμανία, στο άρθρο 3 του οποίου, αποδεχόταν ότι είναι προέκταση του Γερμανικού κράτους.
Το Νοέμβριο του 1937, «ο Βρετανός Λόρδος Χάλιφαξ συναντήθηκε με τον Χίτλερ και τόνισε ότι υπήρχαν λάθη στη Συνθήκη των Βερσαλλιών που όφειλαν να διορθωθούν και ότι οι μεταβολές στην Ευρώπη σχετικά με το Ντάντσιχ, την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία ήταν αποδεκτές από την Αγγλία. Τόνισε επίσης ότι αυτές οι μεταβολές έπρεπε να γίνουν με ειρηνικές λύσεις και μεθόδους. Με αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ έγινε ακόμη πιο επιθετικός» (wikipidia.org).
Τον Ιανουάριο του 1938, με τον Σούσνιγκ να έχει αντιληφθεί που οδηγείται η όλη κατάσταση, η αυστριακή αστυνομία εισέβαλε στα κεντρικά γραφεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και τα έκλεισε, θέτοντας ταυτόχρονα το κόμμα εκτός νόμου. Ο Σούσνιγκ υπολόγιζε στην υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, κάτι που, όμως, τελικά δεν έγινε.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1938 ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον Αυστριακό Καγκελάριο στο Μπερχτεσγκάντεν της Βαυαρίας, όπου είχε ένα από τα αρχηγεία του, και απαίτησε από αυτόν να άρει αμέσως την απαγόρευση του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, να του αποδώσει τις πλήρεις πολιτικές του ελευθερίες και να απελευθερώσει όσα μέλη του είχαν φυλακισθεί, αλλιώς η Γερμανία θα «υποχρεωνόταν» να επέμβει στρατιωτικώς.
Όμως οι δύο αναμορφωτές του γερμανικού στρατού, ο Στρατάρχης Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Υπουργός Πολέμου και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο Στρατηγός Βέρνερ φον Φριτς, Αρχηγός του Στρατού, εκδιώχθηκαν αμέσως από τις θέσεις τους, καθώς ειδικά ο φον Φριτς είχε ανοιχτά αντιταχθεί στο σχέδιο του Χίτλερ για την προσάρτηση της Αυστρίας.
Ο Χίτλερ εκμεταλλεύθηκε φαινομενικές εμπλοκές τους σε (κατασκευασμένα) σκάνδαλα, τους απέπεμψε αμφότερους, μαζί με ικανό αριθμό στρατηγών φίλα προσκείμενων σε αυτούς ως αρχηγούς των, και ανέλαβε ο ίδιος την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ναζιστικής Γερμανίας, θέτοντας έτσι το σύνολο του στρατεύματος υπό τον απόλυτο έλεγχό του.
Ταυτόχρονα, σε διπλωματικό επίπεδο, αντικατέστησε τον ως τότε Υπουργό Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ με τον Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ, ενώ έπαυσε και τον Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος τον είχε βοηθήσει σημαντικά να πάρει την εξουσία, μέσω δημοκρατικών εκλογών.
Με τον δραστικό αυτό τρόπο που προαναφέρθηκε ο Χίτλερ επέλυσε σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί για το θέμα της προσαρτήσεως της Αυστρίας, κάτι που αποτελούσε και το πρώτο βήμα για την επεκτατική εξωτερική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.
Από την πλευρά του ο Σούσνινγκ, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του, προκήρυξε, για τις 9 Μαρτίου 1938 δημοψήφισμα, στο οποίο, μάλιστα, είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, με απότερο αντικειμενικό σκοπό να μη συμμετάσχουν σε αυτό οι πολύ νέοι, οι οποίοι στη συντριπτική του πλειοψηφία υποστήριζαν το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και την ενοποίηση των δύο κρατών.
Στις 10 Μαρτίου 1938 κάλεσε σε επιστράτευση την κλάση του 1915, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την οργισμένη αντίδραση του Χίτλερ. Όλα αυτά τα γεγονότα είχαν ως αποτέλεσμα τη μετάθεση κατά μερικές ημέρες του δημοψηφίσματος, που τελικώς ορίστηκε να διεξαχθεί στις 13 Μαρτίου 1938.
Ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα αυτό θα διεξαγόταν «υπό καθεστώς εκφοβισμού» και ότι η Γερμανία δεν επρόκειτο να το δεχτεί, απαιτώντας την αναβολή του. Την ίδια στιγμή, ο Υπουργός Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς, εξέδωσε δελτία τύπου, σύμφωνα με τα οποία είχαν ξεσπάσει ταραχές και διαδηλώσεις, και μεγάλο ποσοστό αυστριακών ζητούσαν την επέμβαση γερμανικών στρατευμάτων, για την αποκατάσταση της τάξης.
Ο Σούσνινγκ απάντησε αμέσως και δημοσίως ότι τα περί ταραχών ήσαν ψεύδη, ενώ ζήτησε τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής ως προς την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στη χώρα του, εκείνες όμως παρέμεναν παγερώς αδιάφορες, παρακολουθώντας εκ του μακρόθεν μόνο τις εξελίξεις.
Στις 11 Μαρτίου 1938, ο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο στον Σούσνινγκ, με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει την εξουσία στους Εθνικοσοσιαλιστές, διαφορετικά θα επακολουθούσε εισβολή στη χώρα. Το προαναφερθέν τελεσίγραφο εξέπνεε στις 12:00 το μεσημέρι, ωστόσο παρατάθηκε για δυο ώρες ακόμα μέχρι της 14:00.
Στις 13:00, χωρίς να περιμένει απάντηση στο τελεσίγραφό του, ο Χίτλερ υπέγραψε την εντολή αποστολής στρατευμάτων στην Αυστρία και την έδωσε λίγη ώρα αργότερα στον Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο Σούσνινγκ διαβλέποντας ότι δεν μπορούσε να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της χώρας του, την απροθυμία του διεθνούς παράγοντα να προσφέρει την οποιαδήποτε βοήθεια, και κάτω από την φανερή πίεση του Γερμανικού Στρατού που είχε συγκεντρωθεί στα σύνορα των δύο χωρών, υπέβαλε το ίδιο βράδυ την παραίτησή του.
Σε αυτήν την κατάσταση χάους, οι Αυστριακοί Εθνικοσοσιαλιστές κατάφεραν, σε λίγες ώρες, να θέσουν υπό τον έλεγχό τους πολλές περιοχές της χώρας και της πρωτεύουσας, Βιέννης, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, στον έλεγχο του οποίου υπαγόταν η Αστυνομία. Έτσι ανέλαβαν σχεδόν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, συλλαμβάνοντας τους πολιτικούς όλων των κομμάτων και τα μέλη της κυβερνήσεως, με αποτέλεσμα ο Πρόεδρος της Αυστρίας να ορίσει τον εκλεκτό των ναζιστών Ζάις-Ίνκβαρτ ως νέο Καγκελάριο, κάτι που είχε αρνηθεί τις προηγούμενες ώρεες.
Στις 12 Μαρτίου 1938, η 8η Γερμανική Στρατιά πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας (επιχείρηση «OTTO»), όπου την ανέμενε μια τεράστια έκπληξη, καθώς αντί να αντιμετωπίσει κάποια αντίσταση από πλευράς του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg («Πόλεμο των λουλουδιών»).
Για τη Βέρμαχτ η εκστρατεία αυτή αποτελούσε μια γενική δοκιμή του νέου της υλικού, πράγμα που δεν έγινε, καθώς δεν υπήρξαν συμπλοκές. Εντοπίστηκαν, όμως, προβλήματα επικοινωνιών και συντονισμού, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για την επόμενη εισβολή, που επρόκειτο να γίνει στην Τσεχοσλοβακία.
Στις 12 Μαρτίου 1938, το απόγευμα, ο Χίτλερ μετέβη οδικώς στην Αυστρία,
περνώντας πρώτα από τη γεννέτηρά του, το Μπράουναου, και έφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Μέσα από μία θριαμβευτική πορεία, στις 15 Μαρτίου 1938 έφτασε στην πρωτεύουσα Βιέννη, όπου στην πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ μπροστά σε ένα πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιασμένων Αυστριακών.
Από καθαρά νομικής και διοικητικής απόψεως, η προσάρτηση έγινε άμεσα. Ήδη από τις 13 Μαρτίου 1938, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία υπέκειτο σε επικύρωση με δημοψήφισμα, η Αυστρία έγινε η επαρχία Όστμαρκ (Ostmark) του Γ’ Ράϊχ και ο Ζάις-Ίνκβαρτ κυβερνήτης της (Γκαουλάϊτερ).
Στις 10 Απριλίου 1938 πραγματοποιήθηκε και το τυπικό δημοψήφισμα με το ποσοστό υπέρ της προσαρτήσεως να ανέλθει, συμφώνως με τα επίσημα στοιχεία, σε 99,73%!