23 Ιανουαρίου 1780 (ή 1782): Γεννήθηκε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης

 
karaiskakis

Ενημερώθηκε: 23/01/24 - 20:03

Του Λεωνίδα Σ. Μπλαβέρη

Στις 23 Ιανουαρίου 1780 γεννήθηκε στο Μαυρομάτι Καρδίτσας μια από τις σπουδαιότερες μορφές της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης, γιός του αρματωλού Δημήτρη Ίσκου ή Καραΐσκου (επειδή ήταν πολύ μελαχρινός) και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Αν και για το έτος γεννήσεώς του υπάρχουν κάποιες «ενστάσεις», καθώς άλλοι υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε το 1782, εντούτοις η επικρατέστερη χρονολογία θεωρείται το 1780.

Η πρωτοφανής αυτή και ανάρμοστη σχέση, τουλάχιστον για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, είχε άμεση επίπτωση στη διαμόρφωση του χαρακτήρος του μετέπειτα ήρωος, αφού πάντα ήταν το «νόθο» παιδί ή ο «γιός της καλογριάς» γεγονός που του «έχτισε» σιγά-σιγά ένα ανυπότακτο χαρακτήρα, γνώρισμα της μητέρας του και επίσης την παροιμιώδη και πανελληνίως γνωστή βωμολοχία του.

Ο Καραϊσκάκης μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, καθώς η καλογριά μητέρα του, μόλις τον γέννησε, τον εγκατέλειψε σε αυτούς αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί τον διασυρμό μιας παράνομης και ανήκουστης ερωτικής σχέσεως μιας καλογριάς με έναν άνδρα και μάλιστα αρματωλό. Όλοι αυτοί οι λόγοι σωρευτικά συνέτειναν ώστε η μητέρα του, αν και πολύ νεαρής ηλικίας να πεθάνει όταν ο Καραϊσκάκης ήταν μόλις οκτώ ετών.

Σε ηλικία 15 ετών, ο Γ.Καραϊσκάκης εγκατέλειψε την οικογένειά του και τους θετούς του γονείς και σχηματίζει κλέφτικη ομάδα με άλλους συνομηλίκους του και «βγαίνει στο κλαρί».

Στα 18 του συλλαμβάνεται και οδηγείται ενώπιον του Αλή Πασά, ο οποίος διακρίνει αμέσως τον ισχυρό του χαρακτήρα αλλά και τις ικανότητές του, τον προσλαμβάνει στη σωματοφυλακή του, όπου όχι μόνο έμαθε άριστα την στρατιωτική τέχνη αλλά και στοιχειώδη γράμματα, ανάγνωση και γραφή.

Την άνοιξη του 1798 συμμετέχει στις δυνάμεις του Αλή Πασά στην εκστρατεία του κατά του Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου κι έρχεται σε μυστικές διαπραγματεύσεις μαζί του.

Το 1804 εγκαταλείπει τον Αλή Πασά και εντάσσεται στο σώμα του φημισμένου Κλέφτη της Ρούμελης Κατσαντώνη, με το οποίο διακρίθηκε σε πλείστες όσες μάχες εναντίον του…Αλή Πασά, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να αναδειχθεί σιγά – σιγά σε πρωτοπαλίκαρο, στην ουσία υπαρχηγός, του Κατσαντώνη.

Το 1807, είναι μία κομβική χρονιά για τη μετέπειτα ζωή και δράση του Γ.Καραϊσκάκη, καθώς την άνοιξη της χρονιάς αυτής ο Κατσαντώνης δέχεται να προσφέρει τη βοήθειά του στη Λευκάδα, που κατεχόταν από τους Ρώσους και που αντιμετώπιζε τον κίνδυνο επιθέσεως (πάλι) από τον Αλή Πασά.

Στη Λευκάδα λοιπόν, ο Γ.Καραϊσκάκης γνωρίζεται με άλλους οπλαρχηγούς που διακρίθηκαν μετέπειτα στη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως, ενώ είχε την ευκαιρία (αλλά και την τύχη) να συναντήσει και τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Τον Ιούλιο του 1807, όταν η Λευκάδα κατελήφθη από τους Γάλλους, έληξε η εκεί αποστολή του σώματος του Κατσαντώνη και όλοι μαζί επέστρεψαν στη Ρούμελη και στα Άγραφα, που ήταν η ιδιαίτερη περιοχή δράσεώς τους.

Λίγο αργότερα, τον Αύγουστο του 1807, ο Κατσαντώνης συλλαμβάνεται από τον Αλή Πασά και θανατώνεται, οπότε αρχηγός ανέλαβε ο αδελφός του Κατσαντώνη, Λεπενιώτης, υπό τις διαταγές του οποίου παραμένει ο Καραϊσκάκης.

Το 1809, ο μετέπειτα Ήρωας της Επαναστάσεως, εντάχθηκε στα ελληνικά τάγματα, που είχαν συγκροτήσει οι Βρετανοί, με σκοπό να εκτοπίσουν τους Γάλλους από τα Επτάνησα, υπό την αρχηγία του Στρατηγού Richard George.

Το 1812, η πρώην ομάδα Κατσαντώνη, νυν Λεπενιώτη, διαλύθηκε σε σύγκρουση με τον Αλή Πασά, και ο Γ.Καραϊσκάκης δηλώνει υποταγή στον τελευταίο και επιστρέφει στα Γιάννινα.

Τότε παντεύτηκε την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον μετέπειτα στρατιωτικό και πολιτικό Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη (1826-1898).

Τα μέσα του 1820, όταν ο Αλή Πασάς κηρύχθηκε αποστάτης από τον Σουλτάνο, ο μεν Γ.Καραϊσκάκης αρχικώς τον βοήθησε, αλλά όταν διαπίστωσε ότι ο Αλή Πασάς δεν είχε πολλές ελπίδες να γλυτώσει το κεφάλι του, όπερ και εγένετο τελικώς, μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και άλλους Έλληνες μαχητές στην αυλή του πασά των Ιωαννίνων και δήλωσε – χωρίς κανένα ηθικό πρόβλημα – «υποταγή» στο Σουλτάνο.

Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, στην οποία αποφασίστηκε η προετοιμασία της Επαναστάσεως στη Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1821 ο Γ.Καραϊσκάκης δεν μπόρεσε να ξεσηκώσει τους Ακαρνάνες και κατέφυγε στα χωριά των Τζουμέρκων. Τον Μάιο οργανώνει στρατόπεδο με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς στο Πέτα της Άρτας, όπου συμμετείχε στις μάχες εναντίον των Τούρκων στο Κομπότι (30 Μαΐου και 8 Ιουνίου), όπου τραυματίστηκε και έφυγε για ανάρρωση.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο Γ.Καραϊσκάκης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε την Άρτα, ενώ το 1822 μπλέκεται σε διαμάχη με τον Κλέφτη και εκλεκτό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, τον Γιαννάκη Ράγκο (1790-1870), καθώς αμφότεροι διεκδικούσαν το αρματολίκι των Αγράφων, γεγονός που αποτέλεσε την αιτία για τη συνεχή διένεξή του με τον προαναφερθέντα πολιτικό.

Στις 15 Ιανουάριου 1823, ο Καραϊσκάκης νικά στη Μάχη του Σοβολάκου, που ήταν και η πρώτη μεγάλη του επιτυχία εναντίον των Τούρκων, ενώ στα μέσα του 1823 προάγεται σε στρατηγό. Όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται εξαιτίας της φυματίωση και καταφεύγει για ανάπαυση στο μοναστήρι της Παναγίας του Προυσού στην Ευρυτανία.

Στις 1 Απριλίου 1824, στη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου, ο Μαυροκορδάτος τον κατηγορεί για «επί εσχάτη προδοσία», με αποτέλεσμα να δικαστεί ενώπιον δικαστηρίου στο Αιτωλικό, όπου αν και διαπιστώνεται η πασιφανής ανακρίβεια των κατηγοριών, εντούτοις ο Γ.Καραϊσκάκης θα καθαιρεθεί από όλα του τα αξιώματα και θα αναγκασθεί να καταφύγει στο Καρπενήσι, ενώ στα μέσα του 1824, μεταβαίνει στην έδρα της κυβερνήσεως, στο Ναύπλιο, με σκοπό να αποδείξει την αθωότητά του.

Τον Δεκέμβριο του 1824, ο Γ.Καραϊσκάκης συμμετέχει στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο με στρατιωτικό σώμα από Ρουμελιώτες, στην εκστρατεία του στην Πελοπόννησο για να βοηθήσει τους «κυβερνητικούς» στη διαμάχη τους με τους «αντικυβερνητικούς», όπου εκεί θα συμμετάσχει στο πλιάτσικο στην περιοχή των Καλαβρύτων, γεγονός που δεν είναι μία τιμητική στιγμή για τον ήρωα της Επαναστάσεως.

Τον Μάιο του 1825 ο Γ.Καραϊσκάκης φθάνει στο Δίστομο και αποτρέπει την κατάληψη του χωριού από τους Τούρκους της Άμφισσας, ενώ παρέμειναν ανεπιτυχείς οι προσπάθειές του να βοηθήσει εκ των έξω του πολιορκούμενος στο Μεσολόγγι, χτυπώντας στα μετόπισθεν των Τούρκων. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, που σήμαινε πρακτικώς και το τέλος της επαναστάσεως στη Δυτική Στερεά, ο Καραϊσκάκης θα μεταβεί στο Ναύπλιο για να ζητήσει από την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση για να απελευθερώσει της Στερεάς Ελλάδος.

Τον Ιούλιο του 1826 διορίζεται αρχιστράτηγος της Ρούμελης, με πλήρη δικαιοδοσία και η πρώτη του ενέργεια ήταν να ανακουφίσει τους πολιορκημένους στην Ακρόπολη των Αθηνών. Στο πλαίσιο της παρουσίας του στην Αττική, στις 6 Αυγούστου 1826 πετυχαίνει διπλή νίκη εναντίον των Τούρκων στο Χαϊδάρι, που θα επαναλάβει και στις 8 του μηνός.

Παρότι σοβαρά άρρωστος από τη φυματίωση ο Γ.Καραϊσκάκης θα εκστρατεύσει στη Δόμβραινα για να αποκόψει τον εφοδιασμό του Κιουταχή, ο οποίος εξακολουθούσε να πολιορκεί την Αθήνα.

Στις 24 Νοεμβρίου 1826 θα σημειώσει μεγαλειώδη νίκη επί των Τούρκων στη Μάχη της Αράχωβας, όπου θα αναδειχθούν με τον καλύτερο τρόπο οι στρατηγικές του ικανότητες, ενώ για τους Τούρκους αποτέλεσε τη δεύτερη μεγαλύτερη καταστροφή τους μετά τη Μάχη στα Δερβενάκια

Επιστρέφοντας στην Αττική για να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή Πασά, ο οποίος συνεχίζει την πολιορκία της Ακροπόλεως, ο Καραϊσκάκης θα σημειώσει δύο σημαντικές νίκες. Στις 4 Μαρτίου 1827 στο Κερατσίνι και στις 13 Απριλίου 1827 στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα στον Πειραιά.

Στις 21 Απριλίου 1827 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο για να αντιμετωπίσουν σε μία ακόμη μάχη τον Κιουταχή, με επικεφαλής τους Άγγλους Φιλέλληνες Ριχάρδος Τσορτς και ο Τόμας Κόχραν, μετά από σχετική απόφαση της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως της Τροιζήνας. Από την πλευρά του ο άρρωστος Καραϊσκάκης είχε διαφωνίσει με το σχέδιο των Φιλελλήνων να επιτεθούν κατά μέτωπον εναντίον των Τούρκων και για το λόγο αυτό είχε αποσυρθεί στη σκηνή του.

Στις 22 Απριλίου 1827, μερικοί Έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν πυροβολώντας χωρίς διαταγή κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή, γεγονός που επέφερε σχετική αναστάτωση. Ο Καραϊσκάκης για να μη χειροτερεύσει η σύγκρουση βγήκε από τη σκηνή του, γύρο στις 16:00, και κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής, όμως μία τουρκική βολίδα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα τραυματίζοντάς τον σοβαρώς, και παρά τις προσπάθειες των γιατρών να τον σώσουν πέθανε τα ξημερώματα της 23 Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής. Για τον θάνατό του έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί αρκετές «θεωρίες συνομωσίας», από τις οποίες όμως καμία δεν έχει αποδειχθεί με ατράνταχτα στοιχεία.

Την επομένη, 24 Απριλίου 1827, οι Έλληνες χωρίς ηθικό αφού είχαν πληροφορηθεί ότι ο φυσικός αρχηγός τους είχε σκοτωθεί από το τραύμα του και με κακή στρατηγική από τους Βρετανούς Αρχηγούς τους, υπέστησαν συντριπτική ήττα στη Μάχη του Αναλάτου (σημερινό Νέο Φάληρο στον Πειραιά) από τον Κιουταχή Πασά, ο οποίος πολύ γρήγορα κατέστειλε την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα.

Ο Γ.Καραϊσκάκης κατά δική του επιθυμία ετάφη στη Σαλαμίνα, όπου ο τάφος του παραμένει μέχρι και σήμερα, ενώ στο χώρο όπου κατά την παράδοση χτυπήθηκε, μπροστά από τον Ηλεκτρικό Σταθμό του Νέου Φαλήρου, έχει στηθεί ταφικό Μνημείο, που διατηρείται επίσης ως σήμερα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ