Το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με μια από τις πιο βίαιες εσωτερικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας του. Όμως πίσω από τις γεωπολιτικές αναλύσεις και τα σενάρια στρατιωτικής εμπλοκής, η πραγματικότητα είναι ωμή: Χιλιάδες άμαχοι έχουν σκοτωθεί στους δρόμους!!!
Οι επιβεβαιωμένοι νεκροί, σύμφωνα με ανεξάρτητες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δίκτυα Ιρανών ακτιβιστών, ξεπερνούν τις 5.000. Η πλειονότητα είναι διαδηλωτές νέοι άνθρωποι, φοιτητές, εργαζόμενοι, γυναίκες και ανήλικοι. Το καθεστώς ανακοινώνει σαφώς χαμηλότερους αριθμούς, ωστόσο η απόκλιση είναι τόσο μεγάλη, που η αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων αμφισβητείται διεθνώς.
Παράλληλα, κυκλοφορούν εκτιμήσεις για πολύ υψηλότερο αριθμό θυμάτων, ακόμη και δεκάδες χιλιάδες. Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν πλήρως λόγω του ασφυκτικού ελέγχου της πληροφορίας, των διακοπών στο διαδίκτυο και της απαγόρευσης πρόσβασης σε ξένα μέσα. Εκείνο που επιβεβαιώνεται όμως είναι η μέθοδος: Χρήση πραγματικών πυρών κατά πλήθους, έφοδοι σε πανεπιστημιακούς χώρους, μαζικές συλλήψεις, μεταφορά κρατουμένων σε άγνωστες εγκαταστάσεις και καταγγελίες για βασανιστήρια.
Η κρίση στο Ιράν ξεκίνησε ως κοινωνική και οικονομική. Μετατράπηκε όμως σε πολιτική εξέγερση. Τα συνθήματα στους δρόμους δεν περιορίζονται στην ακρίβεια ή στον πληθωρισμό, αλλά στρέφονται ευθέως κατά του θεοκρατικού πυρήνα εξουσίας.
Η «υπόσχεση» Τραμπ και η ψυχολογία της εξέγερσης
Σε αυτήν τη συγκυρία παρενέβη ο Ντόναλντ Τραμπ με δηλώσεις, που είχαν σαφή πολιτικό και συμβολικό βάρος. Απευθυνόμενος στους Ιρανούς διαδηλωτές, διαμήνυσε, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν μαζικές σφαγές και ότι θα προστατεύσουν τον ιρανικό λαό εάν συνεχίσει τις κινητοποιήσεις του απέναντι στο καθεστώς.
Η δήλωση αυτή λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής προσδοκιών. Σε βίντεο, που διακινήθηκαν πριν από νέα μπλακ άουτ στο διαδίκτυο, Ιρανοί πολίτες απηύθυναν ανοιχτή έκκληση προς την Ουάσιγκτον. Η αίσθηση ότι υπήρχε πιθανότητα διεθνούς αποτροπής ή ακόμη και στρατιωτικής παρέμβασης ενίσχυσε το ηθικό ενός μέρους των διαδηλωτών.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπήρξε άμεση στρατιωτική εμπλοκή με στόχο την προστασία των αμάχων στο εσωτερικό της χώρας. Οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή, ενώ το Ισραήλ έχει αυξήσει το επίπεδο επιφυλακής του, αλλά η «υπόσχεση προστασίας» δεν μεταφράστηκε σε επιχειρησιακή δράση.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: Πότε μια πολιτική δήλωση λειτουργεί ως αποτροπή και πότε μετατρέπεται σε επικίνδυνη καλλιέργεια ελπίδων, που δεν μπορούν να υλοποιηθούν;
Η γεωπολιτική εξίσωση: Ισραήλ, Κόλπος, Ρωσία, Κίνα
Το Ιράν δεν είναι μια απομονωμένη εσωτερική κρίση. Είναι κόμβος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Το Ισραήλ παρακολουθεί τις εξελίξεις με ιδιαίτερη προσοχή. Ένα αποδυναμωμένο καθεστώς στην Τεχεράνη θα άλλαζε δραστικά την ισορροπία στον άξονα Ιράν-Χεζμπολάχ-Συρία. Από την άλλη πλευρά, μια απευθείας στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν θα μπορούσε να πυροδοτήσει γενικευμένη σύρραξη σε Λίβανο, Συρία και Περσικό Κόλπο.
Οι μοναρχίες του Κόλπου κινούνται προσεκτικά. Βλέπουν στο ιρανικό καθεστώς έναν διαχρονικό αντίπαλο, αλλά φοβούνται την αποσταθεροποίηση, που θα έφερνε ένας ολοκληρωτικός πόλεμος.
Η Ρωσία, στρατηγικός εταίρος της Τεχεράνης, έχει συμφέρον στη διατήρηση του καθεστώτος ως αντιδυτικού πόλου. Η Κίνα, βασικός αγοραστής ιρανικής ενέργειας, ενδιαφέρεται πρωτίστως για σταθερότητα και απρόσκοπτη ροή πόρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική εμπλοκή δεν θα ήταν απλώς «ανθρωπιστική παρέμβαση». Θα αποτελούσε κίνηση υψηλού ρίσκου σε ένα πολυεπίπεδο γεωπολιτικό σκάκι.
Το πραγματικό διακύβευμα
Πέρα όμως από στρατηγικά δόγματα και ισορροπίες ισχύος, η ουσία παραμένει σκληρή: χιλιάδες άμαχοι έχουν σκοτωθεί. Οικογένειες αναζητούν αγνοούμενους. Νέοι άνθρωποι πληρώνουν με τη ζωή τους την επιλογή να διαδηλώσουν.
Το ιρανικό καθεστώς δείχνει διατεθειμένο να διατηρήσει την εξουσία του με κάθε κόστος. Η διεθνής κοινότητα ισορροπεί ανάμεσα σε κυρώσεις, δηλώσεις και στρατιωτική αποτροπή. Και οι διαδηλωτές βρίσκονται στη μέση αυτής της σύγκρουσης, ανάμεσα στην ελπίδα διεθνούς στήριξης και στην ωμή πραγματικότητα της κρατικής βίας.
Η επόμενη κίνηση -είτε πολιτική είτε στρατιωτική- δεν θα καθορίσει μόνο την τύχη του καθεστώτος. Θα κρίνει και το αν η «υπόσχεση προστασίας» προς έναν εξεγερμένο λαό μπορεί ποτέ να γίνει πράξη ή αν θα μείνει μια ακόμη φράση στην ιστορία των ανεκπλήρωτων προσδοκιών της Μέσης Ανατολής.
Σε τελική ανάλυση, στο Ιράν δεν δοκιμάζεται μόνο από μια εσωτερική εξέγερση αλλά από μια ιστορική σύγκρουση νομιμοποίησης. Ένα καθεστώς που στηρίζεται στον φόβο και στη θεοκρατική επιβολή απέναντι σε μια κοινωνία που διεκδικεί πολιτική και ατομική ελευθερία. Αν οι χιλιάδες νεκροί άμαχοι δεν οδηγήσουν σε ουσιαστική διεθνή πίεση και στρατηγικές αποφάσεις, τότε το μήνυμα που θα σταλεί δεν θα αφορά μόνο την Τεχεράνη. Θα αφορά κάθε αυταρχικό καθεστώς που θα συμπεράνει ότι μπορεί να πνίγει στο αίμα μια κοινωνική εξέγερση χωρίς πραγματικό κόστος. Και αυτό, για τη Δύση αλλά και για τη σταθερότητα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, θα είναι ένα προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από τα σύνορα του Ιράν.