Το «αντάρτικο» που δεν ξέσπασε: Γιατί οι εξωτερικές πιέσεις ενισχύουν τη συνοχή του Ιράν αντί να το διασπάσουν

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 10/03/26 - 19:06

Μια διαδεδομένη υπόθεση μεταξύ των ξένων αναλυτών σχετικά με τις συγκρούσεις σε πολυπολιτισμικά κράτη είναι ότι η συνεχιζόμενη στρατιωτική πίεση θα επιφέρει αναπόφευκτα τη διάρρηξη των εσωτερικών ρωγμών της χώρας.

Στην περίπτωση του Ιράν, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η πρόβλεψη ότι η στρατιωτική πίεση θα ενεργοποιούσε τα «εθνοτικά ρήγματα» —ιδιαίτερα στις κουρδικές περιοχές στα δυτικά σύνορα— φαίνεται μέχρι στιγμής να διαψεύδεται από την πραγματικότητα. Αντί για αποσταθεροποίηση, ο πόλεμος έχει ενισχύσει μια ευρύτερη αίσθηση εθνικής συνοχής.

Η παγίδα της «μηχανιστικής» ανάγνωσης της διαφορετικότητας

Η ανάλυση της εθνοτικής σύνθεσης του Ιράν μέσω ενός «μηχανιστικού» πλαισίου αποδεικνύεται λανθασμένη. Παρά την ύπαρξη μεγάλων πληθυσμών από Αζέρους, Κούρδους, Άραβες, Βαλούχους και Τουρκμένους, η εθνοτική ταυτότητα δεν ταυτίζεται αυτόματα με τον αυτονομισμό. Για παράδειγμα, οι Αζέροι είναι βαθιά ενσωματωμένοι στον πολιτικό και στρατιωτικό πυρήνα του κράτους, ενώ ακόμα και ο νέος Ανώτατος Ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, έχει αζερικές ρίζες.

Το γεγονός ότι το 20% των αμερικανικών και ισραηλινών πληγμάτων επικεντρώθηκε σε κουρδικές περιοχές, στοχεύοντας υποδομές ασφαλείας, υποδηλώνει ότι ο στρατηγικός σχεδιασμός των επιτιθέμενων βασίστηκε στην ελπίδα πρόκλησης εσωτερικού κατακερματισμού, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε.

Η διάκριση μεταξύ ένοπλης ομάδας και κοινωνικής βάσης

Αν και κουρδικές αντιπολιτευόμενες ομάδες (όπως το PJAK και το Komala) παραμένουν ενεργές και προσπαθούν να αναδιοργανωθούν εκμεταλλευόμενες την κρίση, υπάρχει ένα κρίσιμο αναλυτικό λάθος: η ταύτιση της οργανωτικής ύπαρξης μιας ένοπλης ομάδας με την πολιτική της απήχηση.

Η κουρδική κοινωνία στο Ιράν είναι πολιτικά πολυδιάστατη, περιλαμβάνοντας μεταρρυθμιστές, εθνικιστές και πολίτες που, παρά την κριτική τους προς την κεντρική κυβέρνηση, παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι σε ένοπλες στρατηγικές που υποστηρίζονται από ξένες δυνάμεις. Οι ένοπλες οργανώσεις μπορούν να εκμεταλλευτούν την αστάθεια, αλλά δεν μπορούν να «κατασκευάσουν» κοινωνική νομιμοποίηση.

Η «σημαία» της εθνικής αντίστασης

Η εξωτερική στρατιωτική πίεση έχει αλλάξει το πολιτικό περιβάλλον με τρόπο που υποτιμήθηκε. Περιστατικά όπως ο βομβαρδισμός ενός σχολείου θηλέων στη Μίναμπ λειτούργησαν ως καταλύτες, μετατρέποντας μια εξωτερική σύγκρουση σε προσωπικό τραύμα για την τοπική κοινωνία. Στην ιρανική συλλογική μνήμη, η εμπειρία του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988) παραμένει ισχυρή, καθιστώντας την άμυνα της χώρας ενάντια στην «ξένη επιθετικότητα» ένα σημείο σύγκλισης ακόμα και για εκείνους που ασκούν αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση.

Όπως επισημαίνει ο Αλί Λαριτζανί, τα σχέδια για τον κατακερματισμό του Ιράν «κατέρρευσαν» υπό το βάρος των πραγματικοτήτων του πολέμου. Η ρητορική περί αντίστασης, αντλώντας στοιχεία τόσο από την εθνική ιστορία όσο και από τη σιιτική παράδοση (όπως η μάχη της Καρμπάλα), έχει καταφέρει να μετατρέψει μια στρατιωτική πρόκληση σε ευκαιρία για την εδραίωση ενός αφηγήματος εθνικής επιβίωσης, εκμηδενίζοντας τις όποιες ελπίδες για εσωτερική εξέγερση.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ