Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η κράτησή του στη Νέα Υόρκη άνοιξαν μια περίοδο ακραίας πολιτικής αβεβαιότητας για τη χώρα. Το βασικό ερώτημα για την επόμενη ημέρα δεν αφορά μόνο την πολιτική ηγεσία, αλλά κυρίως τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες διαχρονικά αποτελούν καθοριστικό παράγοντα εξουσίας. Όποια κυβέρνηση κι αν προκύψει, ο στρατός είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα παραμείνει ενεργός πολιτικός παίκτης.
Ο κίνδυνος, σύμφωνα με αναλυτές, είναι πως μια αμιγώς πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να βρεθεί υπό την επιρροή ή ακόμη και την απειλή ανατροπής από το στράτευμα. Γι’ αυτό, η ουσιαστική μεταρρύθμιση των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων θεωρείται κρίσιμη για τη δημοκρατική σταθερότητα. Η Βενεζουέλα καλείται να απομακρυνθεί τόσο από το σημερινό μοντέλο κομματικά ελεγχόμενου στρατού της εποχής Τσάβες–Μαδούρο όσο και από το προγενέστερο σύστημα της περιόδου Πουντοφίχο, το οποίο επίσης απέτυχε να διασφαλίσει πραγματικό πολιτικό έλεγχο.
Η επιχείρηση των ΗΠΑ στις 3 Ιανουαρίου ανέδειξε τις σοβαρές αδυναμίες των βενεζουελανικών ενόπλων δυνάμεων. Παρά τις αποκαλύψεις για πράκτορα της CIA στο περιβάλλον ασφαλείας του Μαδούρο, η γενική εικόνα ήταν αυτή ενός στρατού που δεν κατάφερε να αποτρέψει την είσοδο αμερικανικών ειδικών δυνάμεων ούτε να προστατεύσει κρίσιμες υποδομές, όπως τα ρωσικής προέλευσης αντιαεροπορικά συστήματα. Ενδεικτικό της έλλειψης εμπιστοσύνης της ηγεσίας προς τον ίδιο τον στρατό θεωρείται και το γεγονός ότι την προσωπική φρουρά του προέδρου στελέχωναν δεκάδες Κουβανοί, πολλοί από τους οποίους σκοτώθηκαν στην επιχείρηση.
Παρά τη στρατιωτική ανεπάρκεια, ο στρατός παραμένει κομβικός πολιτικός παράγοντας. Η άμεση στήριξη του υπουργού Άμυνας στη μεταβατική πρόεδρο Ντέλσι Ροδρίγκες, ο διορισμός στρατηγού-βαρέος βάρους στην Προεδρική Φρουρά και η διατήρηση του Ντιοσντάδο Καμπέγιο στο υπουργείο Εσωτερικών καταδεικνύουν τη στενή διαπλοκή κόμματος και ενόπλων δυνάμεων.
Οι ρίζες αυτής της σχέσης εντοπίζονται ήδη στην προ-Τσάβες εποχή. Το σύστημα Πουντοφίχο, που εγκαθιδρύθηκε μετά το 1958, διατηρούσε μια επίφαση πολιτικού ελέγχου, επιτρέποντας στην πραγματικότητα στον στρατό να λειτουργεί με μεγάλη αυτονομία, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία. Οι αποτυχημένες απόπειρες πραξικοπήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990 –με κορυφαία εκείνη του Ούγκο Τσάβες το 1992– ανέδειξαν τα δομικά προβλήματα και άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο του ίδιου στην εξουσία.
Η περίοδος Τσάβες και στη συνέχεια Μαδούρο εδραίωσε ένα σύστημα πλήρους κομματικού ελέγχου του στρατού, βασισμένο στην πολιτική πίστη, στις προαγωγές χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια και σε εκτεταμένα δίκτυα διαφθοράς. Το αποτέλεσμα ήταν ένας υπερδιογκωμένος στρατιωτικός μηχανισμός, με χιλιάδες στρατηγούς και ναυάρχους αλλά περιορισμένες επιχειρησιακές δυνατότητες.
Σήμερα, με το καθεστώς σε κρίσιμο σταυροδρόμι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο διάσπασης του στρατού σε αντίπαλα στρατόπεδα, γεγονός που θα αύξανε τον κίνδυνο ένοπλων συγκρούσεων ή ακόμη και εμφυλίου πολέμου. Προτάσεις της αντιπολίτευσης για μεταρρύθμιση του στρατεύματος παραμένουν γενικές και συχνά αγνοούν τα βαθύτερα ιστορικά αίτια του προβλήματος.
Ειδικοί τονίζουν ότι η επόμενη ηγεσία θα πρέπει να επενδύσει σε πραγματικό πολιτικό έλεγχο, διαφάνεια στους αμυντικούς προϋπολογισμούς, μείωση της ανώτατης στρατιωτικής ιεραρχίας και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συμβάλουν τεχνικά και θεσμικά, χωρίς άμεση πολιτική ανάμειξη, υποστηρίζοντας την οικοδόμηση δημοκρατικών πολιτικοστρατιωτικών θεσμών.
Η εμπειρία δείχνει ότι η μετάβαση σε ουσιαστικά δημοκρατικές σχέσεις πολιτικής και στρατού είναι μακρόχρονη και απαιτεί συναίνεση. Ωστόσο, αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική οδό για μια σταθερή και δημοκρατική Βενεζουέλα.