Η Κίνα φέρεται να έχει καταλήξει σε συμφωνία με τη Χιλή για την κατασκευή ενός εκτεταμένου υποθαλάσσιου δικτύου οπτικών ινών, το οποίο θα συνδέει απευθείας τις δύο πλευρές του Ειρηνικού Ωκεανού. Το έργο, γνωστό ως «Chile–China Express», προβλέπεται να συνδέσει τη Χιλή με το Χονγκ Κονγκ και εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ψηφιακού μετασχηματισμού για ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Στην Ουάσινγκτον, ωστόσο, το σχέδιο προκαλεί έντονη ανησυχία. Αμερικανοί αξιωματούχοι και αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι, αν η διαχείριση του δικτύου περάσει σε κινεζικούς φορείς, το Πεκίνο θα αποκτήσει στρατηγικό έλεγχο στις ροές δεδομένων της περιοχής. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο όπου η αμερικανική πολιτική επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της στον δυτικό ημισφαίριο, στο πλαίσιο ενός ανανεωμένου γεωστρατηγικού δόγματος για την αμερικανική ήπειρο.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, όποιος ελέγχει τα συστήματα διαχείρισης ενός τέτοιου καλωδίου μπορεί να επηρεάζει ή να παρακολουθεί τη ροή δεδομένων, με δυνητικές συνέπειες όχι μόνο οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η κινεζική νομοθεσία υποχρεώνει τις εταιρείες να συνεργάζονται με τις κρατικές αρχές σε θέματα πληροφοριών, γεγονός που εντείνει τους φόβους για συλλογή ευαίσθητων στοιχείων σε μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ διατηρούν σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα.
Το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας ψηφιακής επικοινωνίας —τηλεπικοινωνίες, τραπεζικές συναλλαγές, εμπορικές συμφωνίες και στρατιωτικές πληροφορίες— μεταφέρεται μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων, τα οποία αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» του παγκόσμιου διαδικτύου. Εκτιμάται ότι περίπου το 95% της διεθνούς κίνησης δεδομένων διέρχεται από τέτοιες υποδομές, στοιχείο που καθιστά τον έλεγχο των ωκεάνιων δικτύων ζήτημα ύψιστης στρατηγικής σημασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναμένεται η Ουάσινγκτον να ασκήσει πιέσεις προς τη νέα κυβέρνηση της Χιλής, με στόχο να επανεξεταστεί ή να «παγώσει» ένα έργο που, αν και θα μπορούσε να επιταχύνει τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της Νότιας Αμερικής, ενδέχεται να μεταβάλει τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή.
Το σχέδιο εντάσσεται στη λεγόμενη «Ψηφιακή Οδό του Μεταξιού», την τεχνολογική διάσταση της κινεζικής πρωτοβουλίας «Belt and Road», με την οποία το Πεκίνο επιδιώκει να επεκτείνει την παγκόσμια επιρροή του μέσω επενδύσεων σε δίκτυα επικοινωνιών, λιμάνια, σιδηροδρόμους και ενεργειακές υποδομές. Στόχος είναι η διαμόρφωση παγκόσμιων δικτύων δεδομένων και δορυφορικών συστημάτων, προσφέροντας τεχνογνωσία κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, ως αντίβαρο στη δυτική τεχνολογική κυριαρχία.
Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι πρόκειται για εργαλείο «ήπιας ισχύος», σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις μετατοπίζονται όλο και περισσότερο σε υβριδικά πεδία, με την πληροφορία και τα δεδομένα να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως σημειώνουν, είναι ποιος θα καθορίσει τους κανόνες του ψηφιακού παιχνιδιού στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς εντάσεις επιδεινώνονται από τις εξελίξεις σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή και Αρκτική, με την Κίνα να επιλέγει —τουλάχιστον προς το παρόν— μια πιο προσεκτική στάση, αποφεύγοντας άμεσες συγκρούσεις, ενώ ενισχύει σταθερά την παγκόσμια οικονομική και τεχνολογική της παρουσία.
Στο οικονομικό πεδίο, η εικόνα παραμένει αβέβαιη. Η Ευρωζώνη εμφανίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι ΗΠΑ κινούνται με επιβραδυνόμενο ρυθμό, ενώ η πραγματική δυναμική της κινεζικής οικονομίας αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης. Παρότι το Πεκίνο θέτει επισήμως στόχο ανάπτυξης 5%, ανεξάρτητοι αναλυτές εκτιμούν ότι η πραγματική αύξηση είναι αισθητά χαμηλότερη, παρά τις μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η παγκόσμια ισορροπία ισχύος φαίνεται να αναδιαμορφώνεται, με τις μεγάλες δυνάμεις να ανταγωνίζονται για τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά εμφανίζεται σε ρόλο θεατή, σε μια νέα διεθνή τάξη που διαμορφώνεται πρωτίστως από τα στρατηγικά συμφέροντα των ισχυρών.
Με πληροφορίες από naftemporiki.gr