Σε μια κρίσιμη καμπή για την παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, η έννοια της «ενεργειακής κυριαρχίας» διχάζει τις δύο υπερδυνάμεις, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε αδιαφιλονίκητο ρυθμιστή της νέας ηλεκτρικής εποχής.
Μέσα σε δύο δεκαετίες, το Πεκίνο μεταμορφώθηκε από έναν στρατηγικά αδύναμο εισαγωγέα σε παγκόσμιο ηγέτη της καθαρής ενέργειας, ελέγχοντας σήμερα σχεδόν κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας μπαταριών, φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών. Η κινεζική στρατηγική δεν βασίστηκε στην εφεύρεση των τεχνολογιών, αλλά στην απόλυτη κυριαρχία επί των συστημάτων που τις υλοποιούν, καθιστώντας την Κίνα τον «market maker» της παγκόσμιας αγοράς.
Στον αντίποδα, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να ερμηνεύει την ενεργειακή ισχύ με όρους του παρελθόντος, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα. Παρόλο που οι ΗΠΑ παραμένουν ο μεγαλύτερος παραγωγός υδρογονανθράκων παγκοσμίως, η προσκόλληση σε αυτό το μοντέλο κινδυνεύει να τις αφήσει πίσω στην κούρσα της τεχνολογικής υπεροχής. Ενώ ο Λευκός Οίκος προωθεί το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Κυριαρχίας (Φεβρουάριος 2025) για την επέκταση των ορυκτών καυσίμων, η παγκόσμια ζήτηση μετατοπίζεται ραγδαία προς τον ηλεκτρισμό, ο οποίος τροφοδοτεί πλέον από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers μέχρι τα σύγχρονα στρατιωτικά συστήματα drones.
Η Κίνα πέτυχε την κυριαρχία της αντιμετωπίζοντας την ηλεκτροδότηση ως κεντρικό πυλώνα της εθνικής της ισχύος και όχι ως ένα μεμονωμένο περιβαλλοντικό ζήτημα. Δημιούργησε ένα οικοσύστημα όπου η μεταποίηση, η καινοτομία και η εθνική ασφάλεια είναι αλληλένδετες, επιτυγχάνοντας τέτοια πυκνότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα που καθιστά το κόστος των προϊόντων της απρόσιτο για τους Δυτικούς ανταγωνιστές. Ένα κινεζικό ηλεκτρικό όχημα κοστίζει πλέον το μισό από ένα αμερικανικό, ενώ τα φωτοβολταϊκά της είναι κατά 40% φθηνότερα, γεγονός που την καθιστά τον μοναδικό ελκυστικό εταίρο για τον «Παγκόσμιο Νότο».
Η ειρωνεία της τρέχουσας συγκυρίας έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η Ουάσιγκτον πανηγυρίζει για τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων, η εσωτερική της υποδομή παραμένει γηρασμένη και εξαρτημένη από κινεζικό εξοπλισμό (μετασχηματιστές, γραμμές μεταφοράς). Η Κίνα, μέσω του νέου Ενεργειακού Νόμου του 2024, δεν αντικαθιστά τα καύσιμα αλλά τα ενσωματώνει σε ένα υβριδικό, ανθεκτικό σύστημα που απορροφά τους κραδασμούς της αγοράς.
Η πραγματική ισχύς στον 21ο αιώνα δεν θα ανήκει σε αυτόν που απλώς εξορύσσει ενέργεια, αλλά σε αυτόν που κατασκευάζει, χρηματοδοτεί και ενσωματώνει τα συστήματα που την διανέμουν. Εάν οι ΗΠΑ δεν επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους γύρω από την καινοτομία και την υποδομή, κινδυνεύουν να κερδίσουν τη μάχη των καυσίμων αλλά να χάσουν οριστικά τον πόλεμο της τεχνολογικής και οικονομικής υπεροχής.