Η απόφαση της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ να προχωρήσει στη χορήγηση εγγράφων παραμονής και άδειας εργασίας σε εκατοντάδες χιλιάδες μέχρι πρότινος παράτυπους μετανάστες κινείται αντίθετα από την κυρίαρχη ευρωπαϊκή τάση και έχει ανοίξει έναν ευρύ διάλογο εντός και εκτός Ισπανίας. Πρόκειται για μια επιλογή που προκαλεί έντονες συζητήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς αμφισβητεί τη μέχρι σήμερα αυστηρότερη προσέγγιση πολλών κρατών-μελών στο μεταναστευτικό.
Για τη 27χρονη Σιλβάνα Καμπρέρα, εκπρόσωπο της οργάνωσης «Regularización Ya!» («Νομιμοποίηση Τώρα!»), η εξέλιξη αυτή μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Η ίδια παραδέχεται ότι δεν φανταζόταν ποτέ πως ένα αίτημα που γεννήθηκε πριν από έξι χρόνια θα οδηγούσε σε μια τόσο καθοριστική πολιτική απόφαση. Η αίσθηση δικαίωσης είναι έντονη, τόσο για την ίδια όσο και για τους περίπου 700.000 πολίτες που υπέγραψαν το σχετικό αίτημα σε διαδικτυακή πλατφόρμα, στηρίζοντας την πρωτοβουλία.
Με τη νέα ρύθμιση, η ισπανική κυβέρνηση αποφάσισε να παραχωρήσει νόμιμο καθεστώς παραμονής και πρόσβαση στην αγορά εργασίας σε ανθρώπους που ζούσαν έως τώρα «χωρίς χαρτιά». Όπως τονίζει η Καμπρέρα, κάθε άδεια παραμονής αντιπροσωπεύει κάτι πολύ περισσότερο από ένα διοικητικό έγγραφο: «πίσω της υπάρχει ένας άνθρωπος που περίμενε και ονειρευόταν αυτή τη στιγμή για χρόνια».
Με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Η υπουργός Κοινωνικής Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης, Έλμα Σάις, αιτιολόγησε την απόφαση υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση επέλεξε να αντιμετωπίσει μια υπαρκτή κοινωνική πραγματικότητα αντί να την αγνοεί. Όπως δήλωσε, το κράτος όφειλε να προσεγγίσει αυτούς τους ανθρώπους με γνώμονα τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το μέτρο αναμένεται να ωφελήσει περίπου 500.000 ανθρώπους, αν και ορισμένοι ανεβάζουν τον αριθμό ακόμη και στις 800.000.
Η πλειονότητα των ωφελούμενων προέρχεται από χώρες της Λατινικής και της Νότιας Αμερικής. Με βάση στοιχεία του think tank «Funcas», οι περισσότεροι παράτυποι μετανάστες στην Ισπανία κατάγονται από την Κολομβία, την Ονδούρα και το Περού, γεγονός που συνδέεται και με γλωσσικούς και πολιτισμικούς δεσμούς.
Η επιλογή της Μαδρίτης έρχεται σε σαφή αντίθεση με την πολιτική που ακολουθούν τα περισσότερα κράτη της ΕΕ. Ωστόσο, για την αρμόδια υπουργό, η απόφαση αυτή αποτυπώνει τη συνέπεια της κυβέρνησης Σάντσεθ στη μεταναστευτική της στρατηγική και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα για άλλες χώρες. Το κατά πόσο θα βρει μιμητές παραμένει αμφίβολο, αν και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες –ιδίως στο Βερολίνο– η ισπανική πρωτοβουλία παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Αυστηρά κριτήρια και χρονοδιάγραμμα
Η ρύθμιση αφορά μετανάστες που διέμεναν στην Ισπανία για τουλάχιστον πέντε μήνες χωρίς νόμιμα έγγραφα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2025 και διαθέτουν καθαρό ποινικό μητρώο. Οι προϋποθέσεις αυτές κρίνονται κομβικές, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία νέου μεταναστευτικού κύματος μέσα στο 2026. Οι αιτούντες δεν θα πρέπει να θεωρούνται απειλή για τη δημόσια ασφάλεια ούτε να υπόκεινται σε απαγόρευση εισόδου στη χώρα.
Επιπλέον, απαιτείται να έχουν εργαστεί ή να βρίσκονται υπό καθεστώς προστασίας. Ήδη, σε πρεσβείες και προξενεία πολλών χωρών παρατηρούνται ουρές ανθρώπων που σπεύδουν να εκδώσουν πιστοποιητικά ποινικού μητρώου. Οι αιτήσεις αναμένεται να αρχίσουν να εξετάζονται από τον Απρίλιο, με στόχο η νομιμοποίηση να ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους μετανάστες έφτασαν αρχικά στην Ισπανία ως τουρίστες, αλλά τελικά παρέμειναν αναζητώντας εργασία. Ιδιαίτερα οι ισπανόφωνοι βρίσκουν συχνά απασχόληση στις κατασκευές, τον τουρισμό και τη φροντίδα ηλικιωμένων ή ασθενών, συνήθως όμως υπό καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και χαμηλών αποδοχών.
Ο οικονομολόγος Ραϊμούντο Τόρες επισημαίνει ότι οι ντόπιοι εργαζόμενοι έχουν διαφορετικές προσδοκίες και δεξιότητες και ότι, χωρίς τη μετανάστευση, θα υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας. Παράλληλα, τονίζει πως η νομιμοποίηση μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά και για την αγορά, περιορίζοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων που τηρούν τη νομοθεσία και εκείνων που εκμεταλλεύονται παράτυπους εργαζομένους με μισθούς πείνας.
Μια γνώριμη πρακτική με πολιτικό κόστος
Η μαζική νομιμοποίηση μεταναστών δεν αποτελεί πρωτοτυπία για την Ισπανία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα έχουν αποκτήσει νόμιμο καθεστώς, τόσο επί αριστερών όσο και επί δεξιών κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικά, την περίοδο 2000–2001, περίπου 500.000 άνθρωποι νομιμοποιήθηκαν επί κυβέρνησης Αθνάρ, ενώ το 2005 άλλοι 580.000 επί πρωθυπουργίας Θαπατέρο.
Ωστόσο, ο πολιτικός επιστήμονας Πάμπλο Σιμόν θεωρεί ότι τέτοιες πρωτοβουλίες αντανακλούν διαχρονικές αδυναμίες της μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς δείχνουν ότι οι κανονικές οδοί ένταξης δεν επαρκούν, οδηγώντας τελικά στη συσσώρευση ανθρώπων σε παράτυπο καθεστώς.
Αντιδράσεις και αντίλογος
Η τρέχουσα απόφαση έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από την Κεντροδεξιά και την Ακροδεξιά. Ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιες Φεϊχό, έχει προαναγγείλει ότι θα ακυρώσει τη διαδικασία εάν αναλάβει την εξουσία. Από την άλλη πλευρά, εκπρόσωποι του αγροτικού τομέα, όπως ο Κριστόμπαλ Κάνο της Ένωσης Μικροκαλλιεργητών και Κτηνοτρόφων, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη και η Ισπανία χρειάζονται τη μετανάστευση για να διατηρήσουν την οικονομική τους δυναμική και το κράτος πρόνοιας.
Το κρίσιμο, όπως τονίζει, είναι να μην δημιουργηθεί ένας πληθυσμός μεταναστών χωρίς δικαιώματα, ευάλωτος στην εκμετάλλευση. «Πρόκειται για ανθρώπους που ήρθαν για να χτίσουν μια ζωή – και η κοινωνία τους χρειάζεται όσο κι εκείνοι χρειάζονται προστασία», σημειώνει χαρακτηριστικά.