Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει επισήμως ότι επιδιώκει «στρατηγική σταθερότητα» στις σχέσεις με τη Ρωσία. Ωστόσο, οι επιλογές της στην πράξη αποτυπώνουν μια διαφορετική προσέγγιση: την επαναφορά της αμερικανικής ισχύος ως πρωταρχικού πολιτικού εργαλείου. Πριν από τη διαπραγμάτευση προηγείται η επίδειξη δύναμης.
Η στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, η κατάσχεση δύο δεξαμενόπλοιων ρωσικής σημαίας στον Ατλαντικό και την Καραϊβική, καθώς και οι αιχμηρές αναφορές στη Γροιλανδία, δεν αφορούν μόνο το Καράκας. Συνιστούν ξεκάθαρα μηνύματα προς τη Μόσχα και το Πεκίνο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να αξιοποιήσουν στρατιωτικά και οικονομικά μέσα για να επιβάλουν τις επιδιώξεις τους.
Στη Βενεζουέλα, η επιχείρηση κατάσχεσης των ρωσικών τάνκερ, με τη συμμετοχή αεροσκαφών ναυτικής επιτήρησης και ισχυρών δυνάμεων υποστήριξης, αποτελεί μία από τις πιο επιθετικές κινήσεις της Ουάσιγκτον απέναντι σε ρωσικά συμφέροντα από την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Επισήμως, πρόκειται για εφαρμογή του αποκλεισμού στο βενεζουελανικό πετρέλαιο. Στην ουσία, όμως, το μήνυμα είναι ότι το «σκιώδες» δίκτυο μεταφορών που χρησιμοποιεί η Ρωσία για να παρακάμπτει τις κυρώσεις δεν θεωρείται πλέον άτρωτο.
Η αντίδραση της Μόσχας περιορίστηκε σε λεκτικές καταγγελίες περί «πειρατείας του 21ου αιώνα», χωρίς απειλές για αντίποινα. Αυτή ακριβώς η στάση φαίνεται να επιβεβαιώνει τον αμερικανικό υπολογισμό: η Ρωσία δυσκολεύεται να προστατεύσει συμμάχους της απέναντι σε άμεσες αμερικανικές παρεμβάσεις. Η σύλληψη του Μαδούρο, σε συνδυασμό με προηγούμενες εξελίξεις σε Ιράν και Συρία, ενισχύει την εικόνα μιας σταδιακής αποδυνάμωσης της ρωσικής επιρροής.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον ενισχύει την πίεση μέσω οικονομικών μέσων. Η έγκριση νομοσχεδίου που προβλέπει δασμούς έως και 500% σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο ή ουράνιο μετατρέπει τις κυρώσεις σε όπλο εξαναγκασμού. Ο στόχος δεν είναι μόνο η Ρωσία, αλλά και κράτη που συνεργάζονται μαζί της, από την Ινδία έως την Κίνα και τη Βραζιλία. Η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί ως δοκιμαστικό πεδίο για την αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής.
Παράλληλα, οι αναφορές Τραμπ στη Γροιλανδία απευθύνονται κυρίως στο Πεκίνο. Η επισήμανση ότι το νησί είναι ζωτικής σημασίας για την αμερικανική εθνική ασφάλεια εντάσσεται στην προσπάθεια ανάσχεσης της κινεζικής παρουσίας στην Αρκτική. Η Κίνα επενδύει σε υποδομές, σπάνιες γαίες και νέες θαλάσσιες οδούς, προωθώντας τον λεγόμενο «Πολικό Δρόμο του Μεταξιού». Η Γροιλανδία αποτελεί κρίσιμο κρίκο σε αυτό το σχέδιο.
Ο Τραμπ δεν απευθύνεται τόσο στη Δανία όσο απευθείας στην κινεζική ηγεσία, προειδοποιώντας ότι η Αρκτική δεν θα μετατραπεί σε πεδίο κινεζικής διείσδυσης χωρίς αμερικανική αντίδραση. Ακόμη και η έμμεση αναφορά σε στρατιωτικές επιλογές αρκεί για να αυξήσει το κόστος των κινεζικών σχεδιασμών.
Το κοινό νήμα που συνδέει Βενεζουέλα και Γροιλανδία είναι σαφές: ο Τραμπ προωθεί ένα διεθνές μοντέλο όπου η ισχύς προηγείται των κανόνων και η διαπραγμάτευση ξεκινά μόνο αφού ο αντίπαλος έχει δοκιμάσει τα όριά του. Το μήνυμα προς τη Ρωσία είναι ότι τα αμερικανικά πλήγματα μπορούν να έρθουν χωρίς φόβο κλιμάκωσης, προς την Κίνα, ότι οι «γκρίζες ζώνες» δεν είναι κενό ισχύος· και προς όλους, ότι η επόμενη περίοδος δεν θα χαρακτηρίζεται από ισορροπίες, αλλά από σκληρές δοκιμασίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα και η Γροιλανδία λειτουργούν ως σαφείς προειδοποιήσεις.