Ο Ινδο-Ειρηνικός εξελίσσεται σε μία από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές ζώνες του πλανήτη, με πολλαπλά ενδεχόμενα ένοπλων συγκρούσεων εάν δεν διατηρηθούν μηχανισμοί αποτροπής και αποκλιμάκωσης. Τα δύο βασικά μέτωπα που συγκεντρώνουν τη διεθνή προσοχή είναι τα Στενά της Ταϊβάν και η Νότια Σινική Θάλασσα, όπου η Κίνα εντείνει τις διπλωματικές πιέσεις και τις υβριδικές επιχειρήσεις επιρροής.
Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές δεσμεύσεις των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή και Λατινική Αμερική περιορίζουν την ικανότητα προβολής ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό, καθιστώντας κρίσιμη την ενίσχυση της άμυνας και της συνοχής των συμμάχων. Ωστόσο, τριβές με ευρωπαϊκές δυνάμεις —ιδίως με χώρες που διαθέτουν ναυτική παρουσία στην περιοχή— δημιουργούν κενά συντονισμού που θα μπορούσε να αξιοποιήσει το Πεκίνο.
Εντάσεις ΗΠΑ – Ευρώπης
Κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ, η Ουάσιγκτον πίεσε τα μέλη του ΝΑΤΟ και τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες — αίτημα που έγινε τυπικά αποδεκτό. Ωστόσο, δύο σοβαρά διπλωματικά επεισόδια επιβάρυναν τις διατλαντικές σχέσεις στο χαμηλότερο σημείο από τον πόλεμο στο Ιράκ.
Πρώτον, η αμερικανική επιδίωξη ελέγχου της Γροιλανδίας —εδάφους του Βασιλείου της Δανίας που καλύπτεται από το Άρθρο 5— προκάλεσε έντονη κρίση εντός ΝΑΤΟ, με ευρωπαϊκές αντιδράσεις και οικονομικές κινήσεις πίεσης. Η ένταση αποκλιμακώθηκε τελικά μέσω συμφωνίας για πλήρη αμερικανική πρόσβαση σε βάσεις, κατά το πρότυπο παλαιότερης διμερούς συνθήκης.
Δεύτερον, οι επικρίσεις Τραμπ για τη συμβολή των Ευρωπαίων στον πόλεμο του Αφγανιστάν προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις σε Βρετανία και Γαλλία, χώρες που είχαν σημαντική επιχειρησιακή συμμετοχή σε αποστολές του ΝΑΤΟ.
Οι υπολογισμοί του Πεκίνου
Ο Σι Τζινπίνγκ έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την επανένωση της Ταϊβάν με την Κίνα, είτε μέσω πίεσης είτε στρατιωτικής δράσης. Την τελευταία δεκαετία, το κινεζικό ναυτικό αναπτύχθηκε ραγδαία, ξεπερνώντας σε αριθμό νέων πλοίων ακόμη και τις ΗΠΑ.
Εκμεταλλευόμενο την αμερικανική εμπλοκή σε άλλες περιοχές, το Πεκίνο αύξησε τις «γκρίζες ζώνες» επιχειρήσεων σε Στενά Ταϊβάν, Ανατολική και Νότια Σινική Θάλασσα, στοχεύοντας Ταϊβάν, Ιαπωνία και Φιλιππίνες.
Η αμερικανική «στροφή προς την Ασία» από την εποχή Ομπάμα ενίσχυσε συμμαχίες και στρατιωτική παρουσία, ενώ χώρες όπως η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν πλέον ανοιχτά ότι θα μπορούσαν να εμπλακούν σε κρίση για την Ταϊβάν. Παράλληλα, κοινές περιπολίες ΗΠΑ-Ιαπωνίας-Γαλλίας περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων του κινεζικού ναυτικού.
Ωστόσο, ενδεχόμενη νέα αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, καθυστερήσεις στη ναυπηγική παραγωγή και διαφωνίες με συμμάχους θα μπορούσαν να πείσουν το Πεκίνο ότι ανοίγει «παράθυρο ευκαιρίας» για επιθετικότερη δράση τα επόμενα χρόνια.
Ο ρόλος Βρετανίας και Γαλλίας
Παρά τα περιορισμένα μέσα πολλών ευρωπαϊκών κρατών, Λονδίνο και Παρίσι διατηρούν ουσιαστική στρατιωτική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό, καλύπτοντας ενίοτε επιχειρησιακά κενά των ΗΠΑ.
Το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετέχει ενεργά σε ασκήσεις με Ιαπωνία και Αυστραλία, αποτελεί βασικό πυλώνα της συμφωνίας AUKUS και αναπτύσσει ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων στην περιοχή, ενώ ενισχύει και τη διπλωματική επιρροή του στην ASEAN.
Η Γαλλία, χάρη στα υπερπόντια εδάφη της —Γαλλική Πολυνησία, Νέα Καληδονία, Ρεϊνιόν— διαθέτει εκτεταμένη ΑΟΖ και στρατιωτικές βάσεις. Το 2025 γαλλική ναυτική δύναμη πραγματοποίησε κοινές περιπολίες με ΗΠΑ και Ιαπωνία, ενώ το Παρίσι ενισχύει και την αμυντική συνεργασία με το Βιετνάμ και τις Φιλιππίνες.
Κενά ναυτικής ισχύος και ανάγκη συντονισμού
Η κινεζική ναυτική άνοδος συμπίπτει με προβλήματα παραγωγής στα αμερικανικά ναυπηγεία, τα οποία δεν πέτυχαν στόχους σε πλοία επιφανείας και υποβρύχια την τελευταία δεκαετία. Νομοθετικές πρωτοβουλίες επιχειρούν να αναστρέψουν την εικόνα, με στήριξη και από ασιατικούς συμμάχους.
Μέχρι να αποκατασταθεί πλήρως η αμερικανική ναυτική ετοιμότητα και ο διατλαντικός συντονισμός, η παρουσία και συνεργασία Βρετανίας και Γαλλίας θα παραμείνει κρίσιμη για τη διατήρηση της αποτροπής.
Σύμφωνα με στρατηγικές εκτιμήσεις, εάν η Ουάσιγκτον εμπλακεί εκ νέου σε άλλες περιφέρειες, η ευρωπαϊκή ναυτική ισχύς στον Ινδο-Ειρηνικό θα αποτελέσει βασικό παράγοντα σταθερότητας απέναντι στις φιλοδοξίες του Πεκίνου.