Η πρόσφατη υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αποτιμάται διεθνώς ως μια ξεκάθαρη διπλωματική επικράτηση της Τεχεράνης, προκαλώντας ταυτόχρονα θύελλα αντιδράσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Το κείμενο της συμφωνίας παρακάμπτει πλήρως το ιρανικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, αγνοώντας τις πρότερες δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον, ενώ μεταθέτει το κρίσιμο ζήτημα των πυρηνικών σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Η μοναδική απτή επιτυχία της κυβέρνησης Τραμπ εντοπίζεται στο προσωρινό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ωστόσο η ελεύθερη διέλευση εξασφαλίστηκε για μόλις εξήντα ημέρες. Αυτό το στενό χρονικό περιθώριο των δύο μηνών θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη σταθερότητα της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, καθώς μετά την παρέλευσή του το Ιράν θα αποκτήσει το δικαίωμα επιβολής τελών, υπονομεύοντας το καθεστώς της ελεύθερης ναυσιπλοΐας που ίσχυε προπολεμικά.
Αναλύοντας τους όρους του εγγράφου, η άμεση παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, ανατρέπει τους σχεδιασμούς του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου για συνέχιση του πολέμου.
Παρά την πρόσφατη εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη, αν και η Τεχεράνη πέτυχε να συνδέσει τη δική της ασφάλεια με εκείνη του Λιβάνου, υποχρεώνοντας παράλληλα τις ΗΠΑ σε αμοιβαίο σεβασμό της εσωτερικής της κυριαρχίας. Η
βιασύνη του Ντόναλντ Τραμπ να ολοκληρωθεί η τελική συμφωνία εντός εξήντα ημερών αποδίδεται σε εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, παρά το γεγονός ότι τέτοιες σύνθετες διαπραγματεύσεις απαιτούν παραδοσιακά χρόνια για να αποδώσουν καρπούς.
Στο πεδίο της οικονομίας και της ασφάλειας, η Ουάσινγκτον προχώρησε σε μεγάλες παραχωρήσεις χωρίς σαφή ανταλλάγματα, απεμπολώντας τους κυριότερους μοχλούς πίεσης που διέθετε. Οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να τερματίσουν τον ναυτικό αποκλεισμό εντός τριάντα ημερών και να αποσύρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από την περιοχή αμέσως μετά την υπογραφή της οριστικής συνθήκης.
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στο Ιράν να ξαναρχίσει τις εξαγωγές πετρελαίου και να ανακτήσει άμεσα τα έσοδά του, χάρη στις ειδικές απαλλαγές που θα εκδώσει το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών για τις διεθνείς τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες.
Επιπλέον, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την υποχρέωση να ξεπαγώσουν ιρανικά κεφάλαια ύψους 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία θα καταστούν άμεσα διαθέσιμα για οποιονδήποτε σκοπό επιλέξει η Κεντρική Τράπεζα του Ιράν, πυροδοτώντας τις έντονες αντιδράσεις των Αμερικανών «ιεράκων» που φοβούνται διοχέτευση των πόρων σε εξοπλισμούς.
Στο κρίσιμο πυρηνικό σκέλος, η συμφωνία χαρακτηρίζεται από έντονη ασάφεια. Αν και προβλέπεται ο απεμπλουτισμός του ιρανικού ουρανίου υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, η χρήση της φράσης «πυρηνικές ανάγκες του Ιράν» ερμηνεύεται ως νίκη της Τεχεράνης, καθώς της επιτρέπει να διατηρήσει ενεργές τις εγκαταστάσεις της για ειρηνικούς σκοπούς. Μέχρι την οριστική διευθέτηση, πάντως, το Ιράν δεν θα μπορεί να αποκαταστήσει τις υποδομές που επλήγησαν από βομβαρδισμούς, ενώ οι ΗΠΑ δεσμεύονται να μην επιβάλουν νέες κυρώσεις.
Παράλληλα, σχεδιάζεται ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Ιράν ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο ο Τραμπ διαβεβαιώνει ότι θα χρηματοδοτηθεί από τις μοναρχίες του Κόλπου για να καθησυχάσει την εκλογική του βάση.
Αν και ο δρόμος προς την τελική επικύρωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παραμένει αβέβαιος, τα πρώτα μέτρα άρσης του αποκλεισμού και απελευθέρωσης των κεφαλαίων τίθενται σε άμεση εφαρμογή, επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της ιρανικής διπλωματίας.