Σε ένα κλίμα τυφλού τρόμου και ανεξέλεγκτης βίας έχει βυθιστεί το Μπαμακό, καθώς οι πρόσφατες αιματηρές επιθέσεις τζιχαντιστών και αυτονομιστών έχουν πυροδοτήσει ένα πρωτοφανές κύμα αυτοδικίας με τραγικά θύματα.
Η περίπτωση του Αμπντουλαγιέ Ντιαρά, ενός άνδρα που ξυλοκοπήθηκε και κάηκε ζωντανός από το πλήθος επειδή θεωρήθηκε ύποπτος λόγω των ατημέλητων ρούχων και των μακριών μαλλιών του, αποτελεί τη ζοφερή κορυφή του παγόβουνου. Στη σημερινή πρωτεύουσα του Μαλί, η εμφάνιση έχει μετατραπεί σε «θανατική καταδίκη», με τους πολίτες να στοχοποιούν οποιονδήποτε μοιάζει ξένος, ατημέλητος ή ανήκει σε συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες, όπως οι Τουαρέγκ και οι Φουλάνι.
Η ψύχωση που επικρατεί στην κοινωνία, τροφοδοτούμενη από την αδυναμία της στρατιωτικής χούντας να εγγυηθεί την ασφάλεια, οδηγεί σε φρικαλεότητες που καταγράφονται σε βίντεο και αναπαράγονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκαλώντας διεθνή αποτροπιασμό.
Άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, πλανόδιοι πωλητές που αναγκάζονται να απαρνηθούν την παραδοσιακή τους ενδυμασία για να γλιτώσουν το λιντσάρισμα, ακόμη και μαθητές που κρύβονται στα σπίτια τους επειδή το ανοιχτόχρωμο δέρμα τους τούς καθιστά στόχους, συνθέτουν μια εικόνα απόλυτης αποσύνθεσης του κοινωνικού ιστού.
Παρά τις παραδοχές αξιωματούχων του στρατού ότι η οδύνη από τις επιθέσεις έχει οδηγήσει σε άδικες επιθέσεις κατά αθώων, η κατάσταση παραμένει εκρηκτική. Η τρομοκρατική οργάνωση JNIM σπεύδει μάλιστα να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά αυτές τις βαρβαρότητες των πολιτών, δικαιολογώντας τον αποκλεισμό της πόλης ως «αντίποινα».
Ενώ οι οικογένειες των θυμάτων ζητούν δικαιοσύνη, ο φόβος για τη χούντα και τους μασκοφόρους που συλλαμβάνουν αντιφρονούντες επιβάλλει τη σιωπή, αφήνοντας το πλήθος να δικάζει και να εκτελεί στους δρόμους με μοναδικό τεκμήριο ενοχής ένα τουρμπάνι ή ένα αχτένιστο μαλλί.