Νέος κύκλος στρατιωτικής έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη μετά την ανταλλαγή πυραυλικών πληγμάτων το βράδυ της Κυριακής, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί την Τεχεράνη ότι θα υπάρξει δυναμική απάντηση στις επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων στην Ιορδανία.
Σε δηλώσεις του στο Fox News, ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον δεν προτίθεται να αφήσει αναπάντητη την ιρανική επίθεση. «Θα τους χτυπήσουμε σκληρά», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «θα υπάρξει απάντηση».
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας ένας ιρανικός πύραυλος πέρασε από την αμερικανική αεράμυνα, καθώς εκτιμήθηκε ότι δεν κατευθυνόταν προς συγκεκριμένο στόχο. Οι υπόλοιποι πύραυλοι, σύμφωνα με τον ίδιο, αναχαιτίστηκαν.
Παρά τη νέα κλιμάκωση, ο Τραμπ άφησε ανοιχτό ένα περιορισμένο ενδεχόμενο επαφής με την Τεχεράνη. Όπως είπε, το Ιράν επιθυμεί «απεγνωσμένα» μια συνάντηση, εξέφρασε ωστόσο αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη συμφωνία με την ιρανική πλευρά.
Παράλληλα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές κυρώσεις αρχίζουν να προκαλούν σημαντικές επιπτώσεις στην ιρανική οικονομία.
Η οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη εντείνεται καθώς περιορίζονται οι εξαγωγές πετρελαίου, ενώ το ιρανικό νόμισμα έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, φτάνοντας περίπου τα 2,1 εκατομμύρια ριάλ ανά δολάριο. Περιφερειακές πηγές ασφαλείας εκτιμούν ότι η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών ενδέχεται να προκαλέσει νέο κύμα κοινωνικών αναταραχών.
Η πυραυλική επίθεση στην Ιορδανία
Αμερικανική πηγή δήλωσε στο Fox News ότι η επίθεση του Ιράν την Κυριακή, με την εκτόξευση τουλάχιστον οκτώ βαλλιστικών πυραύλων εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην Ιορδανία, δεν προκάλεσε σημαντικές ζημιές.
Το χτύπημα ήρθε ως απάντηση σε αμερικανική επιχείρηση εναντίον εγκαταστάσεων και εκτοξευτών των Φρουρών της Επανάστασης στο νησί Λαράκ.
Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν την επίθεση αφού εντόπισαν προετοιμασίες ιρανικών δυνάμεων για εκτόξευση πυραύλου, στο πλαίσιο σχεδιασμού για την ανάπτυξη νέων θαλάσσιων ναρκών στο Στενό του Ορμούζ.
Η CENTCOM χαρακτήρισε την επιχείρηση «περιορισμένη και ακριβή ενέργεια», υποστηρίζοντας ότι στόχος ήταν δυνάμεις που προετοίμαζαν επιχειρήσεις ναρκοθέτησης και συνιστούσαν «άμεση απειλή» για την εμπορική ναυσιπλοΐα και τη διεθνή ροή εμπορίου.
Παρά τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις, η Τεχεράνη δεν έχει μέχρι στιγμής δείξει διάθεση να μεταβάλει τη στάση της ή να προχωρήσει σε συμφωνία με την Ουάσιγκτον, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης.