Η προσπάθεια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη μέσω μιας «οικονομικής D-Day» βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες αδιέξοδο.
Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών, όσο αυξάνεται η αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να προκληθεί σημαντική ζημιά και στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
Για να πετύχει η πλήρης απομόνωση του Ιράν, η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να επιβάλει αυστηρές δευτερογενείς κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες και διυλιστήρια, καθώς η Κίνα απορροφά σχεδόν το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Ωστόσο, μια τέτοια σύγκρουση με το Πεκίνο εγκυμονεί τον κίνδυνο αντιποίνων σε κρίσιμες πρώτες ύλες και σπάνιες γαίες, γεγονός που θα μπορούσε να διαταράξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ταυτόχρονα, οι παρενέργειες της σύγκρουσης έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται έντονα στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχουν εκτινάξει τις τιμές του ντίζελ και των λιπασμάτων, προκαλώντας σοβαρή κρίση στον αμερικανικό αγροτικό τομέα. Αυτό το αυξημένο κόστος μεταφορών και καλλιέργειας μετακυλίεται σταδιακά στις τιμές των βασικών τροφίμων, δυσκολεύοντας την προσπάθεια συγκράτησης του πληθωρισμού.
Παράλληλα, η γεωπολιτική πίεση επεκτείνεται και στις χώρες του Κόλπου. Χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται σε δίλημμα, καθώς η συμμόρφωση στις αμερικανικές απαιτήσεις αυξάνει τον κίνδυνο ιρανικών στρατιωτικών αντιποίνων κατά των ενεργειακών τους υποδομών.
Την ίδια στιγμή, το ιρανικό καθεστώς διαθέτει εμπειρία δεκαετιών στην παράκαμψη των περιορισμών μέσω του «σκιώδους στόλου» και εταιρειών-βιτρινών, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα.
Το κύριο ερώτημα που προκύπτει δεν αφορά μόνο το μέγεθος της οικονομικής ζημιάς που μπορούν να προκαλέσουν οι ΗΠΑ στο Ιράν, αλλά το κατά πόσο η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το παράπλευρο οικονομικό κόστος μιας τέτοιας στρατηγικής.