Ερωτήματα στον χώρο της διεθνούς διπλωματίας προκαλεί η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να αναθέσει σε δύο στενούς συνεργάτες του την ταυτόχρονη διαχείριση δύο ιδιαίτερα σύνθετων διαπραγματεύσεων — για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και για τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας — μέσα στην ίδια ημέρα και στην ίδια πόλη, τη Γενεύη.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ, πραγματοποίησαν διαδοχικές επαφές την Τρίτη, σε ένα έντονο διπλωματικό πρόγραμμα που, σύμφωνα με αναλυτές, εγείρει προβληματισμούς τόσο για τον φόρτο που έχουν αναλάβει όσο και για την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης σε δύο παράλληλες κρίσεις υψηλής πολυπλοκότητας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος συχνά προβάλλει τις διεθνείς συμφωνίες ως βασικό στοιχείο της πολιτικής του παρακαταθήκης, επιδιώκει νέες διπλωματικές επιτυχίες, ακόμη και με φόντο την προοπτική διεκδίκησης του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης. Ωστόσο, η ταχεία οργάνωση των συνομιλιών και η επιλογή της Γενεύης ως κοινού τόπου διεξαγωγής δεν συνοδεύτηκαν από σαφείς εξηγήσεις.
Συνομιλίες για το Ιράν
Οι επαφές για το πυρηνικό πρόγραμμα ξεκίνησαν με έμμεσες συνομιλίες διάρκειας περίπου 3,5 ωρών μεταξύ της αμερικανικής πλευράς και του Ιρανού ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί, με διαμεσολάβηση του Ομάν. Και οι δύο πλευρές έκαναν λόγο για περιορισμένη πρόοδο, χωρίς ενδείξεις άμεσης συμφωνίας.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία κοντά στο Ιράν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης βίας, γεγονός που συντηρεί την περιφερειακή ένταση στη Μέση Ανατολή.
Διαπραγματεύσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία
Χωρίς ουσιαστικό διάλειμμα, οι δύο απεσταλμένοι μετέβησαν σε δεύτερη τοποθεσία στη Γενεύη για συνομιλίες σχετικά με τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας — σύγκρουση που ο Τραμπ είχε δεσμευθεί προεκλογικά ότι θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα. Παρ’ όλα αυτά, οι προσδοκίες για σημαντική πρόοδο παρέμειναν χαμηλές.
Αξιωματούχοι και αναλυτές εκφράζουν ανησυχία ότι η διπλή διαπραγματευτική ατζέντα ενδέχεται να υπονομεύει την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής διπλωματίας, κάνοντας λόγο για κίνδυνο «υπερβολικής διασποράς δυνάμεων».
Κριτική και κυβερνητική απάντηση
Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι τόσο ο Γουίτκοφ όσο και ο Κούσνερ, με επαγγελματικό υπόβαθρο στον χώρο των ακινήτων, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη διπλωματική εμπειρία για τόσο περίπλοκες γεωπολιτικές διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, επισημαίνεται η απουσία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο από τις επαφές.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Άννα Κέλι υπερασπίστηκε τη στρατηγική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος και η ομάδα του έχουν συμβάλει όσο κανείς άλλος στην προσέγγιση των εμπλεκομένων πλευρών, ιδιαίτερα στο ουκρανικό.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι επικαλούνται επίσης προηγούμενες επιτυχίες των δύο απεσταλμένων, όπως τη συμβολή του Κούσνερ στις Συμφωνίες του Αβραάμ και τον ρόλο του Γουίτκοφ σε συμφωνία κατάπαυσης πυρός στη Γάζα, αν και η πρόοδος σε μόνιμες λύσεις παραμένει περιορισμένη.
Την ίδια ώρα, αναλυτές συνδέουν τις δυσκολίες και με την αποδυνάμωση του παραδοσιακού διπλωματικού μηχανισμού των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας την απομάκρυνση έμπειρων στελεχών από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.