Η παγκόσμια πυρηνική αρχιτεκτονική διέρχεται μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της, καθώς η Κίνα εγκαταλείπει την παραδοσιακή στάση της «περιορισμένης αποτροπής» και αναδεικνύεται σε ισότιμο πόλο ισχύος απέναντι στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο έχει σχεδόν τριπλασιάσει το οπλοστάσιο των πυρηνικών κεφαλών του και ενισχύει ραγδαία τις υποδομές του σε στεριά, θάλασσα και αέρα.
Η ηγεσία της χώρας θεωρεί πως ένα πανίσχυρο πυρηνικό οπλοστάσιο δεν αυξάνει τον κίνδυνο σύρραξης, αλλά αντίθετα σταθεροποιεί τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον, αναγκάζοντας τους Αμερικανούς αξιωματούχους να αντιμετωπίζουν την Κίνα ως ομότιμη δύναμη και να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση σε κρίσιμα μέτωπα, όπως αυτό της Ταϊβάν.
Η στρατηγική αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον, η οποία διαπιστώνει ότι ο παλιός διπολικός κόσμος αντικαθίσταται από ένα πιο περίπλοκο και ασταθές τριπολικό σύστημα. Η άρνηση του Πεκίνου να συμμετάσχει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ελέγχου των εξοπλισμών και η έλλειψη διαφάνειας γύρω από τις πυρηνικές του δυνατότητες τροφοδοτούν έναν νέο κύκλο καχυποψίας.
Οι Αμερικανοί φοβούνται ότι η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει τακτικά πυρηνικά όπλα σε μια περιφερειακή σύγκρουση, ενώ οι Κινέζοι αναλυτές ανησυχούν ότι οι ΗΠΑ ίσως καταφύγουν πρώτες στην πυρηνική κλιμάκωση για να αντισταθμίσουν την εξασθένιση της συμβατικής τους υπεροχής στην Ανατολική Ασία.
Το επικίνδυνο αυτό σπιράλ εξοπλισμών δεν περιορίζεται μόνο στις δύο υπερδυνάμεις, καθώς η αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία Κίνας και Ρωσίας ωθεί και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, να επανεπενδύσουν στα δικά τους πυρηνικά προγράμματα.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η Κίνα αισθάνεται ολοένα και λιγότερη διεθνή πίεση, καθώς πολλές μεσαίες δυνάμεις αρχίζουν να βλέπουν την ενίσχυση της κινεζικής ισχύος ως ένα χρήσιμο αντίβαρο στην αμερικανική ηγεμονία, υιοθετώντας το αφήγημα ότι η Ουάσιγκτον αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια σταθερότητα.
Η διέξοδος από αυτή την κρίση απαιτεί μια νέα προσέγγιση που θα βασίζεται στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης σε πολύ συγκεκριμένα επίπεδα. Αντί για γενικές διακηρύξεις, οι δύο πλευρές οφείλουν να αυξήσουν τη διαφάνεια όσον αφορά τις πυρηνικές δυνατότητες μικρού βεληνεκούς, οι οποίες είναι οι πλέον επίφοβες για την πυροδότηση μιας σύγκρουσης.
Μια συμφωνία που θα περιόριζε την ανάπτυξη τακτικών πυρηνικών όπλων στην Ασία με αντάλλαγμα αντίστοιχες αμερικανικές δεσμεύσεις θα μπορούσε να αποτρέψει έναν ολέθριο ανταγωνισμό. Τελικά, η προτεραιότητα στη συμβατική αποτροπή και η αναγνώριση ότι ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να έχει νικητή αποτελούν τη μόνη υπεύθυνη στάση για τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης.