Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος έχει πλέον μετατραπεί σε μια επώδυνη καθημερινότητα, ανατρέποντας όχι μόνο τις γεωπολιτικές ισορροπίες αλλά και τα θεμέλια του ορθόδοξου κόσμου.
Η σύγκρουση δεν διεξάγεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στο πεδίο των συνειδήσεων, καθώς η πίστη εργαλειοποιείται και η ποιμαντική γλώσσα αντικαθίσταται από τη γλώσσα της ισχύος. Ενώ η επίσημη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία ταυτίζεται με τις επιλογές του Κρεμλίνου, μια σιωπηλή αλλά θαρραλέα μερίδα ιερέων και λαϊκών εντός της Ρωσίας υψώνει φωνή αντίστασης, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στη χριστιανική ηθική και την εξουσία.
Η ένταση κλιμακώθηκε πρόσφατα με την πρωτοφανή επίθεση της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Σε μια ανακοίνωση που θυμίζει ψυχροπολεμικό κλίμα, η Μόσχα κατηγορεί το Φανάρι για σύμπραξη με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και «ρωσοφοβική» δράση, φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίσει τον Πατριάρχη «Αντίχριστο». Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι η Κωνσταντινούπολη επιδιώκει να απομονώσει τη Ρωσική Εκκλησία στις χώρες της Βαλτικής και να υπονομεύσει τη Σερβική Εκκλησία, μετατρέποντας τις τοπικές κοινότητες σε «θρησκευτικές μαριονέτες».
Αυτή η ρήξη, ωστόσο, έχει βαθιές ρίζες. Η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας το 2019 αποτέλεσε το σημείο μηδέν, με τη Μόσχα να απαντά με διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας. Η προσπάθεια της Ρωσικής Εκκλησίας να αμφισβητήσει τα πρωτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκδηλώθηκε και στη συνάντηση του Αμμάν το 2020, μια κίνηση που το Φανάρι κατήγγειλε ως απόπειρα δημιουργίας μιας αθεσμοθέτητης «συνομοσπονδίας» κρατικών Εκκλησιών.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε ότι η Ορθοδοξία δεν κρίνεται με ποσοτικά κριτήρια ή εθνικιστικές σκοπιμότητες, φέρνοντας ως παράδειγμα την ιστορική περιπέτεια της Εκκλησίας της Εσθονίας, η οποία είχε επίσης προκαλέσει την αντίδραση της Μόσχας.
Η στάση του Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου μετά την εισβολή επιδείνωσε το κλίμα διεθνώς. Η ρητορική του, που παρουσίασε τον πόλεμο ως «ηθική σταυροφορία» και υποσχέθηκε άφεση αμαρτιών στους στρατιώτες που πέφτουν στο μέτωπο, προκάλεσε σοκ στην παγκόσμια ορθόδοξη κοινότητα. Αυτή η θεολογική νομιμοποίηση της βίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας που οφείλει να υπηρετεί την ειρήνη.
Την ίδια στιγμή, στην Ουκρανία, η καχυποψία απέναντι σε εκκλησιαστικές δομές με ιστορικούς δεσμούς με τη Ρωσία οδήγησε σε αυστηρά νομοθετικά μέτρα, θέτοντας δύσκολα ερωτήματα για τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας σε συνθήκες πολέμου.
Τέσσερα χρόνια μετά, η Ορθοδοξία παραμένει διχασμένη, δοκιμαζόμενη από την πολιτική χρήση της πίστης. Το μεγάλο ζητούμενο παραμένει η επιστροφή στην ουσία του Ευαγγελίου, μακριά από γεωπολιτικές επιδιώξεις και «θυμιατά» που καλύπτουν τη μυρωδιά του πολέμου.
Στο τέλος, η Εκκλησία δεν θα κριθεί από τη δύναμη των συμμάχων της, αλλά από την ικανότητά της να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που υποφέρει, υπενθυμίζοντας ότι καμία γη δεν μπορεί να ευημερήσει όταν ποτίζεται με το αίμα του αδελφού.