Από την «προστασία» στην ηγεμονία: Η νέα στρατιωτική αντίληψη της Τουρκίας για την κατεχόμενη Κύπρο και της ευρύτερης περιοχής

 
τουρκικος στρατος

Ενημερώθηκε: 06/09/26 - 09:00

Οι ραγδαίες και συχνά απρόβλεπτες γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής οδηγούν την Άγκυρα σε μια ουσιαστική αναπροσαρμογή της στρατηγικής της στην Κύπρο.

Διαχρονικά, η Τουρκία αντιμετώπιζε το νησί ως βασικό πυλώνα για τη διασφάλιση της δικής της περιφερειακής ασφάλειας και της διατήρησης της στρατιωτικής της υπεροχής, διατηρώντας σταθερά τον αντικειμενικό στόχο του πλήρους ελέγχου του, αναφέρει ο "Φιλελεύθερος".

Ωστόσο, υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων, η τουρκική ηγεσία αντιμετωπίζει πλέον τα κατεχόμενα λιγότερο ως πολιτικό διαπραγματευτικό χαρτί και περισσότερο ως μια εκτεταμένη, προκεχωρημένη στρατιωτική βάση.

Η υποδομή αυτή αξιοποιείται άμεσα για την προώθηση των ευρύτερων αναθεωρητικών της επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που αποτυπώνεται καθαρά στη συνεχή αναβάθμιση των στρατιωτικών της εγκαταστάσεων, κυρίως όσον αφορά τα εναέρια μέσα.

Στο παράνομο αεροδρόμιο του κατεχόμενου Λευκόνοικου σταθμεύουν ήδη μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) τύπου Bayraktar TB2. Τα συγκεκριμένα UAVs εκτελούν επιχειρήσεις αναγνώρισης, επιτήρησης και συλλογής πληροφοριών (ISR), ενώ έχουν τη δυνατότητα να φέρουν οπλισμό και να μεταδίδουν εικόνα σε πραγματικό χρόνο στα τουρκικά πολεμικά πλοία που επιχειρούν στην περιοχή.

Με ακτίνα δράσης 200 χιλιομέτρων και επιχειρησιακό οροφή 20.000 ποδών, το σύστημα που έχει εγκατασταθεί στον κατεχόμενο Πενταδάκτυλο καλύπτει περιοχές μέχρι τον Λίβανο και το Ισραήλ. Παράλληλα, οι υποδομές στο Λευκόνοικο έχουν διαμορφωθεί ώστε να μπορούν να φιλοξενήσουν μόνιμα πολεμικά αεροσκάφη.

Από τον περασμένο Μάρτιο, έξι τουρκικά μαχητικά F-16 σταθμεύουν στο αεροδρόμιο της κατεχόμενης Τύμπου, συνοδευόμενα από αντιαεροπορικά συστήματα.

Αν και η Άγκυρα επικαλέστηκε αρχικά λόγους ασφαλείας λόγω της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, η πραγματική αφορμή συνδέεται με την παρουσία ελληνικών μαχητικών στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, αλλά και με τις γενικότερες γεωπολιτικές επιδιώξεις της Τουρκίας.

Η στρατιωτική αυτή κινητικότητα τροφοδοτείται άμεσα από την οξεία αντιπαράθεση της Τουρκίας με το Ισραήλ. Η Άγκυρα ενοχλείται σφοδρά από την τριμερή συνεργασία Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ, θεωρώντας ότι στρέφεται εναντίον των συμφερόντων της.

Την ίδια στιγμή, η Αθήνα έχει περάσει σε μια πιο αποφασιστική τακτική, ενισχύοντας την αποτρεπτική της ισχύ με κινήσεις που έχουν αιφνιδιάσει την τουρκική πλευρά.

Κομβικό σημείο σε αυτή τη δυναμική αποτελεί η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ για το εξοπλιστικό σύστημα «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους άνω των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Πρόκειται για μια συμφωνία με βαρύ γεωπολιτικό αποτύπωμα, η οποία εκ των πραγμάτων καλύπτει αμυντικά και την Κύπρο, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της κατοχικής δύναμης.

Αντιλαμβανόμενη τη μεταβολή των συσχετισμών, η Τουρκία αντιδρά με κλιμάκωση της έντασης. Αυξάνει τις παραβιάσεις στον ελληνικό εναέριο χώρο —όπως επιβεβαιώνει και η πρόσφατη αναχαίτιση τουρκικού UAV κοντά στην Αλεξανδρούπολη—, ενώ στην Κύπρο επιχειρεί την επιβολή νέων τετελεσμένων στη νεκρή ζώνη.

Παράλληλα, προωθεί την παράνομη διακήρυξη θαλάσσιων πάρκων και ετοιμάζει την κατάθεση νομοσχεδίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση για τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Πάντως, παρά τη σκληρή ρητορική, η Άγκυρα δείχνει να γνωρίζει τα όριά της όσον αφορά μια απευθείας στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μη αντίδρασή της όταν ισραηλινά μαχητικά έπληξαν τη συριακή αεροπορική βάση Αμπού Ντουχούρ —την οποία η Τουρκία είχε αναλάβει να επισκευάσει— σε απόσταση μόλις 65 χιλιομέτρων από τα τουρκικά σύνορα.

Την ίδια ώρα, η Άγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή της στη Συρία και τον Λίβανο, ωστόσο τόσο η Βηρυτός όσο και το Κάιρο αντιμετωπίζουν τα τουρκικά ανοίγματα με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα και καχυποψία.

Στο πολιτικό πεδίο του Κυπριακού, ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης και ο Τουρκοκυπριακός ηγέτης Τουφάν Έρχιουρμαν προετοιμάζονται για τη νέα τους συνάντηση, η οποία αποτελεί συνέχεια των επαφών που ξεκίνησαν μετά την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, στο νησί.

Ωστόσο, η συνάντηση διεξάγεται κάτω από το βάρος της πρόσφατης τραγωδίας με το πολύνεκρο ναυάγιο μεταναστών στα ανοικτά της κατεχόμενης Κερύνειας.

Η άρνηση της τουρκοκυπριακής πλευράς να υπάρξει οποιαδήποτε επικοινωνία ή συντονισμός, καθώς και η απόρριψη της προσφοράς βοήθειας από την Κυπριακή Δημοκρατία, αποτυπώνουν την αρνητική στάση της κατοχικής πλευράς και επιβαρύνουν σημαντικά το κλίμα, παρά τις παράλληλες συζητήσεις για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).

Τέλος, μια ιδιαίτερα σημαντική τεχνολογική και γεωπολιτική εξέλιξη λαμβάνει χώρα στον τομέα των υποδομών, με την υπογραφή της συμφωνίας για το υποθαλάσσιο καλώδιο οπτικών ινών νέας γενιάς «Ugarit-2». Η συμφωνία συνήφθη στη Δαμασκό μεταξύ της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA), της Συριακής Αρχής Τηλεπικοινωνιών (STE) και της αμερικανικής εταιρείας UNIFI Communications Inc.

Το έργο, συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, θα συνδέσει τον Πεντάσχοινο της Κύπρου με την Ταρτούς της Συρίας, αντικαθιστώντας το παλαιό καλώδιο UGARIT που λειτουργεί από το 1995.

Με ορίζοντα ολοκλήρωσης το πρώτο μισό του 2028, το «Ugarit-2» θα αναβαθμίσει ριζικά τη διεθνή συνδεσιμότητα της Συρίας μέσω Κύπρου. Παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για διακρατική συμφωνία —καθώς η CYTA αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου—, η εμπλοκή της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρείται δεδομένη.

Η εξέλιξη αυτή παρακολουθείται με αμηχανία και εκνευρισμό από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, καθώς η Άγκυρα θεωρεί παραδοσιακά ότι κατέχει το μονοπώλιο στις σχετικές πρωτοβουλίες στην περιοχή.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ