Στα μέσα Νοεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε ένα σχέδιο ειρήνης 28 σημείων για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο αριθμός δεν θεωρείται τυχαίος: παραπέμπει ευθέως στα ιστορικά «Δεκατέσσερα Σημεία» του Γούντροου Γουίλσον μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, φιλοδοξώντας να σηματοδοτήσει μια συνολική, αρχών-βασισμένη διευθέτηση και την απαρχή μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων. Ωστόσο, η ιστορική αναλογία μόνο καθησυχαστική δεν είναι.
Τα Δεκατέσσερα Σημεία του Γουίλσον εγκαινίασαν μια περίοδο ιδεαλιστικής διπλωματίας, αλλά ανέδειξαν και τα όρια των ειρηνευτικών σχεδίων που δεν συνοδεύονται από αξιόπιστους μηχανισμούς επιβολής. Αντίστοιχα, το σχέδιο των 28 σημείων κινδυνεύει να επαναλάβει το ίδιο δομικό σφάλμα, καθώς δεν προβλέπει επαρκή στρατιωτική ισχύ που θα εγγυάται τη συμμόρφωση, θα αποτρέπει νέα επιθετικότητα και θα επιβάλλει αυτόματο κόστος σε ενδεχόμενες παραβιάσεις. Χωρίς τέτοια εχέγγυα, ενδέχεται να οδηγήσει απλώς σε μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός και όχι σε διαρκή ειρήνη.
Η κυρίαρχη αντίληψη στη διεθνή διπλωματία αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως αποτυχία διαπραγμάτευσης και την ειρήνη ως προϊόν συμφωνίας. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, όμως, αυτή η λογική αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η σύγκρουση δεν οφείλεται σε παρεξηγήσεις, αλλά σε μια βαθιά ανισορροπία ισχύος μεταξύ των αναθεωρητικών στόχων της Ρωσίας και της εύθραυστης ασφάλειας της Ουκρανίας. Αν αυτή η ανισορροπία δεν ανατραπεί, καμία συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί σταθερή.
Η εμπειρία της Ουκρανίας από το 2014 και μετά επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη διπλωματικών πλαισίων, αλλά η απουσία ισχύος που θα τα καθιστούσε δεσμευτικά. Η Ρωσία έχει επανειλημμένα δείξει ότι παραβιάζει συμφωνίες όταν το κόστος είναι χαμηλό και τα στρατηγικά οφέλη υψηλά. Έτσι, οι συνθήκες λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία αναβολής παρά ως μηχανισμοί αποτροπής.
Ένα βιώσιμο μεταπολεμικό πλαίσιο θα απαιτούσε τρεις βασικούς πυλώνες: ισχυρή και αυτόνομη στρατιωτική ικανότητα της Ουκρανίας, διαρκές και συσσωρευτικό κόστος για τη Ρωσία που να καθιστά παράλογη οποιαδήποτε νέα επίθεση, και αποφυγή παραχωρήσεων που θα παγίωναν την ουκρανική αδυναμία. Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω διαπραγματεύσεων.
Η ιστορική αποτυχία του γουιλσονικού οράματος οφείλεται στο ότι αντικατέστησε την επιβολή με διαβεβαιώσεις. Η Κοινωνία των Εθνών στερούνταν στρατιωτικής ισχύος, βασιζόταν στην εθελοντική συμμόρφωση και τελικά κατέρρευσε όταν αμφισβητήθηκε από αποφασιστικούς επιθετικούς. Η απλή επίκληση αρχών, χωρίς μηχανισμό αποτροπής, αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Ανάλογα διδάγματα προκύπτουν και από την ουκρανική εμπειρία: το Μνημόνιο της Βουδαπέστης και οι συμφωνίες του Μινσκ κατέρρευσαν επειδή δεν περιλάμβαναν αυτόματες κυρώσεις για τις παραβιάσεις. Αντίθετα, η αντοχή της Ουκρανίας από το 2022 στηρίχθηκε στη συνεχή στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Δύσης, η οποία μετέτρεψε την επιθετικότητα της Μόσχας σε πραγματικό κόστος.
Μια ρεαλιστική ειρηνευτική διευθέτηση δεν θα έμοιαζε με κλασική συνθήκη ειρήνης, αλλά με μια υπό όρους ανακωχή ενταγμένη σε μια μακροπρόθεσμη αναδιάταξη ισχύος. Θα απέρριπτε την ουδετερότητα ως βάση ασφάλειας, θα προέβλεπε αυτόματους μηχανισμούς επιβολής και θα συνέδεε την ειρήνη με την ουσιαστική ενσωμάτωση της Ουκρανίας στα δυτικά αμυντικά και βιομηχανικά δίκτυα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η ειρήνη στην Ουκρανία δεν μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο γεγονός ή ένα καλοδιατυπωμένο κείμενο. Μπορεί να προκύψει μόνο ως διαδικασία, θεμελιωμένη στη διαρκή αποτροπή και την πραγματική ισχύ. Η Ιστορία δείχνει ότι οι αρχές χωρίς δύναμη είναι εύθραυστες – και ένα νέο «σχέδιο σημείων», ακόμη και διπλάσιο σε μέγεθος, δεν αρκεί για να αλλάξει αυτό το δεδομένο.