Η πρωτεύουσα του Ιράν δείχνει σταδιακά να επανέρχεται σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς, ωστόσο πολλοί πολίτες παραμένουν σε επιφυλακή απέναντι στο ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά από εβδομάδες μαζικών κινητοποιήσεων και σκληρής καταστολής που, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς.
Οι διαδηλώσεις ξέσπασαν τον Δεκέμβριο στην Τεχεράνη με αφορμή τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και γρήγορα εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, αντανακλώντας τη βαθύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς. Καθώς οι αρχές ενέτειναν τα μέτρα καταστολής, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής αντίδρασης, για να δηλώσει στη συνέχεια ότι η Ουάσιγκτον θα τηρήσει στάση αναμονής.
Σε μαρτυρίες που μετέδωσε το Reuters, κάτοικοι της ιρανικής πρωτεύουσας εμφανίζονται διχασμένοι ανάμεσα στην ανησυχία και την επίδειξη αντοχής. Ο Αμπολφάζι υποστήριξε ότι οι απειλές από την Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να κάμψουν τον πληθυσμό, τονίζοντας πως οι Ιρανοί δεν σκοπεύουν να υποχωρήσουν απέναντι σε πιέσεις.
Άλλοι, όπως ο Μοχάμεντ Χάιρι, σημειώνουν ότι η καθημερινή ζωή αρχίζει να εξομαλύνεται, με περισσότερη κίνηση στην αγορά, αν και τα οικονομικά προβλήματα παραμένουν έντονα και το κόστος ζωής συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Human Rights Activists (HRANA), τουλάχιστον 2.400 διαδηλωτές έχουν χάσει τη ζωή τους κατά την καταστολή των κινητοποιήσεων, αριθμός που δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα από διεθνή μέσα. Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνιο οι ΗΠΑ είχαν πλήξει τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, στο πλαίσιο της σύγκρουσης Ισραήλ–Ιράν, με την Τεχεράνη να απαντά τότε με επίθεση κατά της αμερικανικής βάσης Al-Udeid στο Κατάρ.
Ο Χάιρι εκτιμά ότι εκείνη η αντίδραση λειτούργησε αποτρεπτικά και πως μια νέα επίθεση δεν είναι πιθανή, αν και η αβεβαιότητα παραμένει διάχυτη στην ιρανική κοινωνία.