Σοβαρές ανησυχίες για το ενδεχόμενο νέας διακοπής λειτουργίας στο FIR Αθηνών εξέφρασε ο πρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, Παναγιώτης Ψαρρός, επισημαίνοντας ότι ένα παρόμοιο περιστατικό θα μπορούσε να επαναληφθεί ακόμη και στο άμεσο μέλλον.
Μιλώντας στον ΑΝΤ1, ο κ. Ψαρρός ανέφερε ότι το πόρισμα της αρμόδιας Επιτροπής είναι σαφές, καθώς δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί η αιτία του πρόσφατου μπλακ άουτ, δεδομένου ότι το σύστημα είναι πεπαλαιωμένο και δεν διαθέτει αρχεία καταγραφής συμβάντων. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ο κατασκευαστής δεν υποστηρίζει πλέον τον συγκεκριμένο εξοπλισμό, γεγονός που καθιστά αβέβαιη τη λειτουργική του αξιοπιστία και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης της βλάβης.
Όπως σημείωσε, προτεραιότητα αποτελεί ο άμεσος εντοπισμός των αιτιών και η λήψη μέτρων για την ασφαλή διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν από το πόρισμα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ενδελεχής εσωτερική διερεύνηση.
Αναφερόμενος στο περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ελεγκτών τόνισε ότι δεν καταγράφηκε καμία παραβίαση ελάχιστου διαχωρισμού αεροσκαφών, κάτι που αποδίδεται αποκλειστικά στην άμεση αντίδραση και τον επαγγελματισμό των ελεγκτών. Όπως είπε, επρόκειτο για πρωτοφανή βλάβη, η οποία δεν προβλέπεται στα εγχειρίδια λειτουργίας, ωστόσο η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με επιτυχία και όλα τα αεροσκάφη προσγειώθηκαν με ασφάλεια, σε συνδυασμό και με την απόφαση για προσωρινό κλείσιμο του εναέριου χώρου.
Σε ό,τι αφορά την αναβάθμιση των συστημάτων, ο κ. Ψαρρός προειδοποίησε ότι οι διαδικασίες βρίσκονται ήδη σε καθυστέρηση και εκτίμησε πως, ρεαλιστικά, ένα νέο σύστημα δεν αναμένεται πριν από το καλοκαίρι του 2030. Μέχρι τότε, όπως είπε, απαιτούνται άμεσα μέτρα θωράκισης και βελτίωσης της αξιοπιστίας των υφιστάμενων υποδομών.
Τέλος, υπογράμμισε ότι η ασφάλεια των πτήσεων είναι αδιαπραγμάτευτη, επισημαίνοντας πως με τον υπάρχοντα εξοπλισμό μπορεί να εξυπηρετηθεί μόνο συγκεκριμένος όγκος εναέριας κυκλοφορίας. Αυτό, όπως τόνισε, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις, οι οποίες αποτελούν αναγκαίο τίμημα προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια έως ότου τεθεί σε λειτουργία το νέο σύστημα.