Το 2021, ο τότε επικεφαλής της Διοίκησης Ινδο-Ειρηνικού των ΗΠΑ, ναύαρχος Φίλιπ Ντέιβιντσον, προειδοποίησε τη Γερουσία ότι η Κίνα έχει θέσει ως στόχο να αποκτήσει τον έλεγχο της Ταϊβάν πριν από το 2027. Η εκτίμηση αυτή, που έγινε γνωστή ως «παράθυρο Ντέιβιντσον», κινητοποίησε την Ουάσιγκτον, οδηγώντας σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες και ενισχυμένη στήριξη προς την Ταϊβάν.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αρκετοί αναλυτές άρχισαν να αμφισβητούν το σενάριο άμεσης κινεζικής επίθεσης, επισημαίνοντας τις επιχειρησιακές δυσκολίες μιας αμφίβιας εισβολής, τις εκκαθαρίσεις στην κινεζική στρατιωτική ηγεσία και το αποτρεπτικό παράδειγμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας λόγω Ουκρανίας. Πολλοί θεωρούσαν ότι το Πεκίνο έχει άλλες προτεραιότητες και ότι η Ταϊβάν δεν βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας.
Σύμφωνα όμως με νεότερες εκτιμήσεις, το 2025 σηματοδότησε αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Κίνα βλέπει το ζήτημα. Η κινεζική ηγεσία μιλά πλέον πιο επιτακτικά για «αναπόφευκτη επανένωση», ενώ κύκλοι χάραξης πολιτικής στο Πεκίνο εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι μια επιχείρηση επιβολής ελέγχου στην Ταϊβάν είναι πιθανή, ακόμη και σύντομα, εφόσον υπάρξει αφορμή. Καθοριστικό ρόλο παίζει η εντύπωση ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δεν δείχνει διάθεση στρατιωτικής εμπλοκής για την υπεράσπιση της Ταϊβάν, σε συνδυασμό με την προσωπική επιμονή του Σι Τζινπίνγκ στο ζήτημα της «επανένωσης» και τη φθίνουσα δημοτικότητα του Ταϊβανού προέδρου Λάι Τσινγκ-τε.
Παρά το ότι ο Σι έχει δώσει εντολή στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να είναι έτοιμος έως το 2027, το ίδιο το έτος θεωρείται πολιτικά ευαίσθητο, καθώς συμπίπτει με το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος και πιθανές συζητήσεις για τη διαδοχή του. Σε τέτοιες περιόδους, η κινεζική ηγεσία αποφεύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εσωτερική αστάθεια. Ωστόσο, αν ο Σι διαπιστώσει ότι έχει μοναδική ευκαιρία να προωθήσει τον στόχο της Ταϊβάν, δεν αποκλείεται να την αξιοποιήσει.
Η εκτίμηση στο Πεκίνο είναι ότι το σημερινό διεθνές περιβάλλον ίσως να μην επαναληφθεί: οι ΗΠΑ εμφανίζονται στραμμένες κυρίως στο εσωτερικό τους και στο δυτικό ημισφαίριο, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να απορροφά πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο της Δύσης. Αν αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ουάσιγκτον ή αν λήξει η σύγκρουση στην Ευρώπη, το «παράθυρο ευκαιρίας» για την Κίνα μπορεί να κλείσει.
Στο εσωτερικό της Ταϊβάν, οι εμπορικές πιέσεις των ΗΠΑ και η υποχώρηση της δημοτικότητας της κυβέρνησης έχουν ενισχύσει την εκτίμηση στο Πεκίνο ότι η κοινωνική στήριξη προς το φιλοανεξαρτησιακό Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα μειώνεται. Αυτό ενθαρρύνει την κινεζική ηγεσία να πιστεύει ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί στο νησί ίσως γίνουν πιο ευνοϊκοί για τα δικά της σχέδια.
Παρότι δεν υπάρχουν ενδείξεις άμεσης κινητοποίησης στρατευμάτων, η Κίνα έχει εντείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, προσομοιώνοντας αποκλεισμούς και επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Το μήνυμα είναι ότι η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι, ιδίως αν υπάρξουν κινήσεις που θα εκληφθούν ως πρόκληση.
Στο ζύγι κόστους–οφέλους, το Πεκίνο γνωρίζει ότι μια επίθεση θα είχε σοβαρές οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες, αλλά εκτιμά ότι οι αντιδράσεις της Δύσης ίσως να είναι διαχειρίσιμες, ιδίως αν οι ΗΠΑ δεν ηγηθούν σκληρών κυρώσεων. Παράλληλα, η στρατιωτική υπεροχή της Κίνας έναντι της Ταϊβάν είναι συντριπτική, γεγονός που μειώνει το ρίσκο σε περίπτωση απουσίας αμερικανικής επέμβασης.
Το συμπέρασμα πολλών αναλυτών είναι ότι, χωρίς να σημαίνει πως επίκειται άμεση επίθεση, ο συνδυασμός πολιτικών, στρατιωτικών και διεθνών παραγόντων δημιουργεί σήμερα για το Πεκίνο συνθήκες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πιο ευνοϊκές των τελευταίων ετών για να επιχειρήσει να επιβάλει λύση στο ζήτημα της Ταϊβάν. Για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο που ίσως έχει υποτιμηθεί.