Σε μια σταδιακή αλλά σαφή διαδικασία απεξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται πλέον ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την αμερικανική τεχνολογία, τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και τις ενεργειακές προμήθειες. Η στροφή αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον επιδεινούμενων διατλαντικών σχέσεων και αυξανόμενης αβεβαιότητας.
Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση στηριζόταν στις εγγυήσεις ασφάλειας του ΝΑΤΟ και στην αμερικανική τεχνολογική υπεροχή για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Ωστόσο, οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ –συμπεριλαμβανομένων απειλών για τη Γροιλανδία και επιθετικής ρητορικής κατά της Ευρώπης– λειτούργησαν ως καταλύτης για νέες εκκλήσεις περί «στρατηγικής αυτονομίας». Όπως δήλωσε πρόσφατα ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αν η Ευρώπη θέλει να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος παίκτης, οφείλει να μιλήσει «τη γλώσσα της ισχύος».
Στο πλαίσιο αυτό, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προχωρούν σε απαγορεύσεις χρήσης αμερικανικών ψηφιακών εργαλείων, αναζητούν νέους εμπορικούς και ενεργειακούς εταίρους και επιταχύνουν τη διαφοροποίηση των προμηθειών τους. Παράλληλα, στις Βρυξέλλες κυριαρχεί η εκτίμηση ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δύσκολα θα επιστρέψουν στην προ-Τραμπ εποχή. Αξιωματούχοι της Ε.Ε. διευκρινίζουν ότι στόχος δεν είναι η πλήρης «αποσύνδεση», αλλά η «μείωση του ρίσκου», μια έννοια που μέχρι πρότινος αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την Κίνα και πλέον επεκτείνεται και προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Παρότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Ευρώπης, αναλυτές επισημαίνουν ότι η διαδικασία απεξάρτησης θα είναι μακρά και σταδιακή. Στο μεταξύ, η Ε.Ε. έχει εντείνει τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με χώρες και μπλοκ όπως η Mercosur, η Ινδία, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Αυστραλία, επιχειρώντας να διευρύνει το οικονομικό της αποτύπωμα πέραν των ΗΠΑ.
Στον τομέα της άμυνας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επαναφέρουν στο προσκήνιο τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της Ε.Ε., αμφισβητώντας πλέον ανοιχτά το κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα παρείχε αυτόματη στρατιωτική στήριξη σε περίπτωση κρίσης. Αν και το ΝΑΤΟ παραμένει κομβικός πυλώνας ασφάλειας, η συζήτηση για ενίσχυση των αυτόνομων ευρωπαϊκών στρατιωτικών δομών αποκτά νέα δυναμική.
Η τάση αυτονόμησης είναι ακόμη πιο έντονη στον τομέα της τεχνολογίας. Κυβερνήσεις όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας εξετάζουν ή εφαρμόζουν περιορισμούς στη χρήση αμερικανικών πλατφορμών, προωθώντας ευρωπαϊκές εναλλακτικές λύσεις. Στόχος είναι ο περιορισμός της εξάρτησης από κρίσιμες ψηφιακές υποδομές που ελέγχονται από μη ευρωπαϊκές εταιρείες.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στην ενέργεια. Αν και οι ΗΠΑ καλύπτουν πλέον πάνω από το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου, οι Βρυξέλλες φοβούνται ότι η μετάβαση από τη ρωσική εξάρτηση σε μια νέα, αμερικανική, ενδέχεται να δημιουργήσει νέα στρατηγικά ρίσκα. Έτσι, η Ε.Ε. επιδιώκει άνοιγμα προς εναλλακτικούς προμηθευτές, όπως ο Καναδάς, το Κατάρ και χώρες της Βόρειας Αφρικής.
Στο χρηματοπιστωτικό πεδίο, η υπερβολική εξάρτηση από αμερικανικά συστήματα πληρωμών, όπως η Visa και η Mastercard, τίθεται επίσης υπό επανεξέταση. Το ψηφιακό ευρώ, που αναμένεται προς το τέλος της δεκαετίας, προβάλλεται ως εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής νομισματικής κυριαρχίας, ενώ δεν λείπουν και οι φωνές που ζητούν την επιστροφή ευρωπαϊκών αποθεμάτων χρυσού από τις ΗΠΑ.
Τέλος, στον τομέα των στρατιωτικών επενδύσεων, η Ε.Ε. ενισχύει την αρχή «Αγοράστε Ευρωπαϊκά», θέτοντας όρια στη συμμετοχή τρίτων χωρών σε αμυντικά προγράμματα και επιδιώκοντας την ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων σε κρίσιμους τομείς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο οδικός χάρτης του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για το 2026, το μήνυμα είναι πλέον σαφές: «Ώρα για ανεξαρτησία».