Σε ιδιαίτερα κρίσιμο κλίμα πραγματοποιήθηκε τρίωρη συνάντηση στον Λευκό Οίκο μεταξύ του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, με βασικό αντικείμενο τον συντονισμό της στάσης τους απέναντι στην αυξανόμενη απειλή από το Ιράν.
Οι δύο ηγέτες εισήλθαν διακριτικά από ιδιωτική είσοδο, επιδιώκοντας κλειστή και άμεση συζήτηση, η οποία —σύμφωνα με πληροφορίες— επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο αδιέξοδο των διπλωματικών προσπαθειών με την Τεχεράνη. Παρότι ο Τραμπ εξακολουθεί δημοσίως να δηλώνει ότι προτιμά μια διαπραγματευτική λύση, φέρεται να συμφώνησε με τον Νετανιάχου πως, εάν οι συνομιλίες αποτύχουν, παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο κοινής στρατιωτικής δράσης.
Ο ισραηλινός πρωθυπουργός προσήλθε στη συνάντηση με φάκελο πληροφοριών, επιδιώκοντας να πείσει την αμερικανική πλευρά ότι το ιρανικό καθεστώς κερδίζει χρόνο, ενώ παράλληλα συνεχίζει —όπως υποστηρίζει— να παραπλανά τους διεθνείς επιθεωρητές και να εξελίσσει τα οπλικά του προγράμματα.
Προειδοποιήσεις και μνήμες στρατιωτικών πληγμάτων
Το κλίμα της συνάντησης επηρεάστηκε έντονα από προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μετά το πέρας των συνομιλιών, ο Τραμπ, μέσω ανάρτησής του, τόνισε ότι οι σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ παραμένουν «εξαιρετικά ισχυρές», απευθύνοντας ταυτόχρονα προειδοποίηση προς την Τεχεράνη ότι τα περιθώρια υπομονής στενεύουν.
Υπενθύμισε μάλιστα παλαιότερο αμερικανικό πλήγμα, σημειώνοντας ότι όταν το Ιράν είχε απορρίψει συμφωνία, δέχθηκε το χτύπημα με την κωδική ονομασία «Midnight Hammer», αφήνοντας να εννοηθεί πως παρόμοια σενάρια δεν αποκλείονται. Επανέλαβε πάντως ότι προτιμά μια «λογική και υπεύθυνη συμφωνία», χωρίς να αποκλείει άλλες εξελίξεις αν αυτή δεν επιτευχθεί.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου φέρεται να έθεσε αυστηρότερους στρατιωτικούς στόχους, ζητώντας οποιαδήποτε ενδεχόμενη επιχείρηση να μην περιοριστεί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, αλλά να επεκταθεί και στην καταστροφή του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου — ζήτημα που το Ισραήλ θεωρεί κομβικό για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της περιοχής.
Σενάρια κοινής επιχείρησης και διπλωματικό παράθυρο
Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι η πιθανότητα συνδυασμένου πλήγματος συζητήθηκε εκτενώς, υπογραμμίζοντας ότι μια κοινή επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ θα ήταν «πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική» από μεμονωμένες ενέργειες.
Ο Νετανιάχου επικαλέστηκε προηγούμενη επιχειρησιακή συνεργασία των δύο χωρών ως παράδειγμα επιτυχούς συντονισμού, εκτιμώντας ότι η παρούσα συγκυρία προσφέρει ευκαιρία για καθοριστικό πλήγμα στις επιθετικές δυνατότητες του Ιράν.
Παρά τις στρατιωτικές προετοιμασίες, η Ουάσιγκτον επιμένει —τουλάχιστον προς το παρόν— στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων στο Μουσκάτ, με τον Τραμπ να παραδέχεται ότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για συμφωνία.
Επόμενα βήματα και μήνυμα προς την Τεχεράνη
Η ένταση των εξελίξεων αποτυπώνεται και στον σχεδιασμό νέας επίσκεψης Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον, πιθανόν με αφορμή συνέδριο της AIPAC, ώστε να υπάρξει εκ νέου απευθείας συνεννόηση καθώς πλησιάζουν κρίσιμες προθεσμίες στις συνομιλίες με το Ιράν.
Προς το παρόν, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε «στενό και διαρκή συντονισμό», διαμηνύοντας ότι, εάν τελικά εγκαταλειφθεί η διπλωματική οδός, η αντίδρασή τους θα είναι κοινή και άμεση.
Το μήνυμα που επιχειρείται να σταλεί προς την Τεχεράνη είναι σαφές: Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ εμφανίζονται πλέον απολύτως ευθυγραμμισμένες, προειδοποιώντας ότι το κόστος αποτυχίας μιας συμφωνίας θα είναι βαρύ για τις στρατηγικές υποδομές του ιρανικού καθεστώτος.