Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι διεργασίες της Άγκυρας για την επερχόμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επιχειρεί μεθοδικά να μετατρέψει την Τουρκία σε κυρίαρχο και αναντικατάστατο παίκτη της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Τα μέχρι τώρα δείγματα μαρτυρούν πως η τουρκική ηγεσία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη γεωπολιτική συγκυρία, με υψηλόβαθμους Ευρωπαίους αξιωματούχους —ανάμεσά τους η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας και οι επίτροποι Εσωτερικών Υποθέσεων και Διεύρυνσης— να σπεύδουν στην Τουρκία για να προωθήσουν τη διμερή συνεργασία.
Ωστόσο, οι δημόσιες αναφορές της Κάλας περί «σχέσεων καλής γειτονίας» και ο χαρακτηρισμός της Τουρκίας ως «υποψήφιας χώρας» προκαλούν εύλογο προβληματισμό στην Αθήνα και τη Λευκωσία. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να παραβλέπει επιδεικτικά το ενεργό casus belli της Άγκυρας, το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και τη συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή της Βόρειας Κύπρου.
Παράλληλα, η στάση των Βρυξελλών έρχεται σε εμφανή διάσταση με το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο πρόσφατα υπερψήφισε έκθεση-ράπισμα, ξεκαθαρίζοντας ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας δεν μπορεί να συνεχιστεί υπό το καθεστώς των συστηματικών παραβιάσεων του κράτους δικαίου.
Η αμυντική απεξάρτηση της Τουρκίας και η νατοϊκή ανοχή
Ο Τούρκος πρόεδρος επιδιώκει να αξιοποιήσει τη σύνοδο για να πετύχει την άρση των περιορισμών στο εμπόριο όπλων και να εισχωρήσει βαθύτερα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί ανάχωμα στην ένταξη της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα SAFE, η Άγκυρα καταφέρνει να παρακάμπτει τις θεσμικές δικλείδες ασφαλείας μέσω διμερών αμυντικών συμφωνιών με χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία, επιδιώκοντας ταυτόχρονα εναλλακτικούς μηχανισμούς σύνδεσης ΕΕ-ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, η επιρροή της Άγκυρας εντός της Συμμαχίας τυγχάνει ιδιαίτερης εύνοιας από την Ουάσιγκτον, με τον πρέσβη των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ να εξαίρει την παραγωγική ικανότητα των τουρκικών ναυπηγείων.
Η τάση αυτή ενισχύεται από την «επίθεση φιλίας» του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δήλωσε ότι θα παραστεί στη σύνοδο από σεβασμό στον Ερντογάν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Επιπλέον, από το 2028 η Τουρκία αναλαμβάνει τη διοίκηση της Allied Reaction Force της Συμμαχίας, ενώ ήδη διοχετεύει το 57% των αμυντικών της εξαγωγών σε νατοϊκά κράτη.
Οι απώτεροι στόχοι της Άγκυρας και η στάση της ελληνικής πλευράς
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, η οικονομική και στρατιωτική ισχύς που οικοδομεί η Άγκυρα δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το βασικό εργαλείο για την επίτευξη του απώτερου στόχου της, που είναι ο έλεγχος και η ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Δυτική Ασία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ερντογάν διεκδικεί τη δημιουργία δύο νέων στρατηγείων του ΝΑΤΟ, στην Κωνσταντινούπολη και στα Άδανα —μια ανάσα από την Κύπρο— γεγονός που θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση και τη συγκατάθεση της ελληνικής πλευράς.
Απέναντι σε αυτή τη μεθοδευμένη στρατηγική, Έλληνες αναλυτές επισημαίνουν ότι η ελληνική διπλωματία οφείλει να εγκαταλείψει τη χαμηλόφωνη στάση της και να αναδείξει με αποφασιστικότητα τις τουρκικές αυθαιρεσίες στη διεθνή σκηνή.
Τονίζουν ότι η Αθήνα πρέπει να αξιοποιεί κάθε διπλωματικό παράθυρο ευκαιρίας, όπως η πρόσφατη κίνηση του Ισραήλ για την αρμενική γενοκτονία, ώστε να θέτει με συνέπεια στους συμμάχους τα ζητήματα παραβίασης των διεθνών αξιών από την Άγκυρα, αποτρέποντας την προσπάθειά της να αναγνωριστεί ως ο απόλυτος περιφερειακός ηγέτης.