Σε μια βαθιά και κυνικά ειλικρινή ανάλυση, ο Ισραηλινός στρατηγικός αναλυτής Σάι Γκαλ αποκαλύπτει μέσω του Sigmalive ότι το Κυπριακό ζήτημα έχει μετατραπεί σε ένα διπλωματικό εργαλείο που εξυπηρετεί τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την Τουρκία, επιτρέποντάς τους να διατηρούν μια σχέση «αμοιβαίας υποκρισίας».
Η μεγάλη πλάνη: Η Κύπρος δεν είναι το εμπόδιο
Ο Γκαλ καταρρίπτει το κυρίαρχο αφήγημα ότι το Κυπριακό μπλοκάρει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Υποστηρίζει σθεναρά ότι ακόμα και αν το νησί επανενωνόταν αύριο, η Τουρκία θα παρέμενε εκτός Ε.Ε., λόγω των δικών της δομικών ελλειμμάτων στη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δικαιοσύνη.
Στην πραγματικότητα:
Η Ε.Ε. χρησιμοποιεί το Κυπριακό ως το τέλειο πρόσχημα για να μην παραδεχτεί ότι η διεύρυνση προς την Τουρκία έχει οριστικά τελειώσει.
Η Άγκυρα αξιοποιεί τη διαίρεση για να αποφεύγει τις αυστηρές ευρωπαϊκές προδιαγραφές, ενώ παράλληλα εξασφαλίζει οικονομικά οφέλη (τελωνειακή ένωση, χρηματοδοτήσεις για το μεταναστευτικό).
«Μη αναστρεψιμότητα» υπό ευρωπαϊκή χρηματοδότηση
Ο αναλυτής προειδοποιεί ότι η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να διατηρήσει τον «πραγματισμό», ουσιαστικά επιδοτεί την τουρκική κατοχή. Ανέχεται τις παραβιάσεις στη νεκρή ζώνη και τον εποικισμό των Βαρωσίων, μετατρέποντας τη διαίρεση σε μια μόνιμη, μη αναστρέψιμη πραγματικότητα, την ώρα που συνεχίζει να συναλλάσσεται εμπορικά με την Άγκυρα.
Η πρόταση Γκαλ: Τέρμα στο παζάρι
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, ο Ισραηλινός αναλυτής προτείνει τρία ριζοσπαστικά βήματα:
Αποσύνδεση των φακέλων: Το Κυπριακό να πάψει να είναι «νόμισμα» στις εμπορικές συζητήσεις.
Σκληρή Αιρεσιμότητα: Καμία ευρωπαϊκή παροχή (βίζες, κεφάλαια) χωρίς επαληθεύσιμη υποχώρηση της Τουρκίας στο νησί.
Διπλωματική Ειλικρίνεια: Μετάβαση από το ψέμα της «υποψήφιας χώρας» σε μια καθαρή, καθορισμένη εταιρική σχέση.
Η ιστορική ευκαιρία της Λευκωσίας το 2026
Με την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο Γκαλ θεωρεί ότι η Λευκωσία κρατά στα χέρια της έναν ισχυρό μοχλό πίεσης. Έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τη συνοχή της Ένωσης, αποδεικνύοντας ότι η κατοχή εδάφους ενός κράτους-μέλους δεν είναι μια «διοικητική ενόχληση», αλλά ένα δομικό ρήγμα στην καρδιά της Ευρώπης.