Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσδοκούν ότι ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων με το Ιράν στη Γενεύη θα οδηγήσει σε μια συμφωνία που θα περιορίζει δραστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα — πέραν των ορίων που προέβλεπε η συμφωνία του 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα — και θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την απειλή των βαλλιστικών πυραύλων της Τεχεράνης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ενισχύσει σημαντικά την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, ασκώντας πίεση στην Ισλαμική Δημοκρατία να αποδεχθεί νέους, αυστηρότερους όρους. Το ερώτημα παραμένει κατά πόσο οι «κόκκινες γραμμές» των δύο πλευρών μπορούν να συγκλίνουν, ώστε να αποφευχθεί μια ευρύτερη σύγκρουση.
Το Ισραήλ επιμένει σε μια συμφωνία που θα εξουδετερώνει πλήρως τόσο τις πυρηνικές όσο και τις πυραυλικές απειλές. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό, ιδίως στο σκέλος των βαλλιστικών πυραύλων, εφόσον μπορεί να παρουσιάσει μια συμφωνία ως σαφώς αυστηρότερη από εκείνη του 2015.
Τι διακυβεύεται στο πυρηνικό μέτωπο
Πριν από τα πλήγματα του Ιουνίου 2025 από Ισραήλ και ΗΠΑ, το Ιράν εμπλούτιζε ουράνιο έως και στο 60% — επίπεδο πολύ κοντά στο περίπου 90% που απαιτείται για χρήση σε πυρηνικά όπλα. Σύμφωνα με κριτήρια του Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ/IAEA), η Τεχεράνη διέθετε επαρκές υλικό για έως και 10 πυρηνικές κεφαλές, εφόσον αυτό εμπλουτιζόταν περαιτέρω.
Αν και μεγάλο μέρος των 20.000 φυγοκεντρητών υπέστη ζημιές, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου φέρεται να μην καταστράφηκε πλήρως. Η Τεχεράνη δεν έχει επιτρέψει εκ νέου επιθεωρήσεις της IAEA, ενώ παραμένει ασαφές πού ακριβώς βρίσκεται το υλικό.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκεται ακόμη και η πιθανότητα προσωρινού «μηδενικού εμπλουτισμού» για περίοδο τριών έως δέκα ετών. Ωστόσο, το Ιράν επιμένει να διατηρήσει το δικαίωμα εμπλουτισμού, έστω με αυστηρά όρια. Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον θα απαιτούσε ενισχυμένο καθεστώς επιθεωρήσεων.
Το αγκάθι των βαλλιστικών πυραύλων
Παράλληλα, το εκτεταμένο πυραυλικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης αποτελεί κεντρικό σημείο έντασης. Το Ιράν διαθέτει το μεγαλύτερο απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων στη Μέση Ανατολή, με υπόγειες «πόλεις πυραύλων» και συστήματα ικανά να πλήξουν στόχους σε ακτίνα έως 2.000 χιλιομέτρων — από το Ισραήλ έως αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Οι Sejil, Ghadr και Khorramshahr συγκαταλέγονται στα συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, ενώ οι Emad και Shahab-3 καλύπτουν μεσαίες αποστάσεις. Το Ιράν έχει επίσης ανακοινώσει πρόοδο σε υπερηχητικές τεχνολογίες, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη δυνατότητα διείσδυσης έναντι αντιαεροπορικών συστημάτων.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τουλάχιστον τον περιορισμό δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBM). Το Ισραήλ ζητά ακόμη αυστηρότερα όρια, ιδανικά με εμβέλεια κάτω των 1.000 χιλιομέτρων ή διατήρηση του δικαιώματος μονομερούς στρατιωτικής δράσης.
Περιφερειακή ασφάλεια και ρίσκο κλιμάκωσης
Η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει το πυραυλικό της οπλοστάσιο, όπως στον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου 2025 με το Ισραήλ, αλλά και σε επιθέσεις κατά αμερικανικών και περιφερειακών στόχων. Για την ιρανική ηγεσία, οι πύραυλοι λειτουργούν ως εργαλείο αποτροπής και πολιτικής πίεσης.
Για τη Δύση, ωστόσο, το πυραυλικό πρόγραμμα συνδέεται άρρηκτα με τους στόχους μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής σε περίπτωση που το Ιράν αποφάσιζε να προχωρήσει.
Με τις συνομιλίες στη Γενεύη σε εξέλιξη, το αποτέλεσμα θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά και τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει τους κινδύνους κλιμάκωσης· μια αποτυχία, όμως, ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες στρατιωτικές αναμετρήσεις.