Σε νέα γεωπολιτική δίνη εισέρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ κατά του Ιράν, με τις επιπτώσεις να διαγράφονται πολυεπίπεδες σε ασφάλεια, οικονομία και ενέργεια. Παρά τις άμεσες έκτακτες διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες, οι «27» δεν έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν ενιαία πολιτική γραμμή για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, επιβεβαιώνοντας τον περιορισμένο γεωπολιτικό τους ρόλο στην περιοχή.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω μετά τις απειλές της Τεχεράνης κατά της Κύπρου και την αναχαίτιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών που κατευθύνονταν προς βρετανική βάση στο νησί. Το περιστατικό οδήγησε ακόμη και στην αναβολή άτυπης συνόδου υπουργών, ενώ ενεργοποιήθηκε ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων (IPCR) για την αξιολόγηση πιθανών σεναρίων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια, το εμπόριο και τον ενεργειακό εφοδιασμό.
Ενεργειακός συναγερμός και οικονομικές πιέσεις
Η πιθανότητα παρατεταμένης αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή έχει θέσει σε επιφυλακή την Κομισιόν, υπό την πρόεδρο Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο κίνδυνος αναταραχής στην Ερυθρά Θάλασσα και στα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Η Γαλλία ανακοίνωσε την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποστολής «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα με δύο πολεμικά πλοία, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντείνει τον συντονισμό με ναυτιλιακές και αεροπορικές εταιρείες. Οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται για πιθανή άνοδο των τιμών της ενέργειας, που θα επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη ευρωπαϊκή οικονομία.
Εκκενώσεις, τρομοκρατική απειλή και μεταναστευτικές ροές
Παράλληλα, ενεργοποιείται ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας για τον επαναπατρισμό Ευρωπαίων πολιτών από περιοχές υψηλού κινδύνου. Η συνεργασία με την Europol ενισχύεται, λόγω φόβων για πιθανές τρομοκρατικές ενέργειες, ενώ στο πεδίο της μετανάστευσης αυξάνεται η παρακολούθηση των ροών και η επικοινωνία με υπηρεσίες του ΟΗΕ και χώρες της περιοχής.
Διαφωνίες για το διεθνές δίκαιο
Παρά την ταχεία κινητοποίηση σε επίπεδο διαχείρισης κρίσης, η Ε.Ε. εμφανίζεται διχασμένη ως προς την πολιτική αποτίμηση της επέμβασης. Κοινός τόπος αποτελεί η ανάγκη αποτροπής περαιτέρω ιρανικών αντιποίνων, ωστόσο παραμένει ανοιχτό το ζήτημα εάν η αμερικανο-ισραηλινή επιχείρηση παραβίασε το διεθνές δίκαιο.
Η Ισπανία καταδίκασε εξαρχής την επίθεση και αρνήθηκε τη χρήση στρατιωτικών της βάσεων. Αντίθετα, ο Γερμανός καγκελάριος, ενόψει συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ, τήρησε προσεκτικούς τόνους, επισημαίνοντας ότι οι νομικοί χαρακτηρισμοί δεν συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση. Η Κομισιόν απέφυγε επίσης να τοποθετηθεί ρητά για τη νομιμότητα της επιχείρησης.
Προσεκτικές ισορροπίες από Λονδίνο και συμμάχους του Ιράν
Ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι, παρά την περιορισμένη διευκόλυνση που δόθηκε στις ΗΠΑ για χρήση βάσεων, το Λονδίνο δεν θα συμμετάσχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς σαφές και βιώσιμο σχέδιο, επικαλούμενος τα διδάγματα του πολέμου στο Ιράκ. Την ίδια στιγμή, Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο «αναλογικής αμυντικής δράσης» εφόσον απειληθούν τα συμφέροντά τους.
Στο διεθνές πεδίο, οι αντιδράσεις των βασικών εταίρων της Τεχεράνης –της Ρωσία, της Κίνα και της Τουρκία– περιορίστηκαν σε ρητορικές καταδίκες, χωρίς δεσμεύσεις στρατιωτικής συνδρομής. Η στάση αυτή αναδεικνύει τα όρια των «στρατηγικών συνεργασιών» του Ιράν, αλλά και την απροθυμία των χωρών αυτών να έρθουν σε άμεση αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.
Σε ένα σκηνικό αυξανόμενης αβεβαιότητας, η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της και στη διατήρηση της διατλαντικής συνοχής, χωρίς ωστόσο να διαθέτει ενιαία φωνή ή αποφασιστική επιρροή στις εξελίξεις.