Η τουρκική κυβέρνηση παραδέχθηκε επισήμως ότι παρέχει στρατιωτική υποστήριξη στη νέα, ισλαμιστικών καταβολών, συριακή διοίκηση, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάθε ενδεχόμενο αποχώρησης των τουρκικών δυνάμεων από τις στρατιωτικές βάσεις και τα φυλάκια που διατηρεί στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία.
Οι αποκαλύψεις περιλαμβάνονται σε δύο επιστολές του υπουργού Άμυνας Γκιουλέρ, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026, οι οποίες απαντούν σε κοινοβουλευτικά ερωτήματα, όπως αναφέρει το nordicmoinitor.
Οι επιστολές προσφέρουν σπάνια, επίσημη επιβεβαίωση της διπλής στρατηγικής της Άγκυρας: αφενός ενεργή στήριξη της Δαμασκού στη στρατιωτική εκστρατεία κατά των κουρδικών δυνάμεων και αφετέρου διατήρηση επ’ αόριστον της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας σε Ιράκ και Συρία, υπό το επιχείρημα της «αντιτρομοκρατίας».
Στην πρώτη επιστολή, ο Γκιουλέρ ξεκαθαρίζει ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν πρόκειται να αποσυρθούν από τις βάσεις που έχουν εγκαθιδρύσει σε βόρειο Ιράκ και Συρία, τονίζοντας ότι οι αναπτύξεις αυτές εντάσσονται στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας της χώρας. Επικαλέστηκε το «δικαίωμα αυτοάμυνας που απορρέει από το διεθνές δίκαιο», υποστηρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις πέραν των συνόρων στοχεύουν στην εξουδετέρωση απειλών κατά της Τουρκίας και στη «στήριξη της περιφερειακής σταθερότητας».
Ο υπουργός ανέφερε ότι οι βάσεις δημιουργήθηκαν κατόπιν «εκτενών αναλύσεων κινδύνου» που σχετίζονται με την εθνική επιβίωση (beka), αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα έχει ενισχύσει την παρουσία της με προηγμένα οπλικά συστήματα. Ξεκαθάρισε επίσης πως δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση αποχώρησης και ότι μια τέτοια κίνηση θα εξεταστεί μόνο εφόσον διασφαλιστεί πλήρως η ασφάλεια των τουρκικών συνόρων και εξαλειφθεί ολοκληρωτικά η «τρομοκρατική απειλή» — ένας όρος που, όπως επισημαίνεται, ερμηνεύεται μονομερώς από την Άγκυρα.
Η Τουρκία διατηρεί σήμερα δεκάδες βάσεις και προκεχωρημένα φυλάκια σε Ιράκ και Συρία, πολλά εκ των οποίων έχουν εξελιχθεί σε οχυρωμένες εγκαταστάσεις με μόνιμες υποδομές. Η παρουσία αυτή έχει προκαλέσει επανειλημμένες διαμαρτυρίες από τη Βαγδάτη και επικρίσεις από ειδικούς στο διεθνές δίκαιο, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι στερείται σαφούς συναίνεσης των κυβερνήσεων υποδοχής.
Στη δεύτερη επιστολή, ο Γκιουλέρ στηρίζει ανοιχτά τη στρατιωτική επιχείρηση της Δαμασκού κατά των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), μετά την κατάρρευση της συμφωνίας της 10ης Μαρτίου 2025 για την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στις κρατικές δομές ασφαλείας της Συρίας. Υποστήριξε ότι η συριακή κυβέρνηση είχε εξαντλήσει τα περιθώρια πολιτικού διαλόγου και ότι απέμενε «μόνο η στρατιωτική επιλογή», χαιρετίζοντας την ανάκτηση του ελέγχου στο Χαλέπι.
Οι επιστολές αποκαλύπτουν βαθύτερη τουρκική εμπλοκή στις συγκρούσεις με τις SDF, πέραν των έως τώρα δημόσιων δηλώσεων που περιόριζαν τον ρόλο της Άγκυρας σε ενδεχόμενη παροχή στήριξης «εφόσον ζητηθεί». Υπενθυμίζεται ότι το τουρκικό υπουργείο Άμυνας είχε δηλώσει τον Ιανουάριο πως η επιχείρηση στο Χαλέπι διεξήχθη «εξ ολοκλήρου από τον συριακό στρατό», αν και παρακολουθείται στενά από την Τουρκία.
Οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν όταν δεν τηρήθηκε η προθεσμία για την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων, οδηγώντας σε εκτοπισμό χιλιάδων αμάχων από κουρδικές συνοικίες του Χαλεπίου. Η Άγκυρα θεωρεί τις SDF παρακλάδι του εκτός νόμου Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), παρά τον ρόλο των SDF στον διεθνή συνασπισμό κατά του ISIS.
Ο Γκιουλέρ απέρριψε επίσης κατηγορίες ότι η νέα συριακή ηγεσία αξιοποίησε τζιχαντιστικές οργανώσεις στις επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι οι ένοπλες ομάδες που συμμετείχαν ήταν «ιεραρχικά υπαγόμενα στοιχεία» του συριακού κράτους.
Η νέα κυβέρνηση της Συρίας, υπό τον Αλ Σάραα, έχει δεχθεί στο παρελθόν στήριξη από τις τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών, ακόμη και όταν ο ίδιος ηγείτο της Hayat Tahrir al-Sham, γνωστής παλαιότερα ως Jabhat al-Nusra, πρώην παρακλάδι της αλ-Κάιντα στη Συρία.
Συνολικά, οι δύο επιστολές αποτυπώνουν χωρίς περιστροφές τη στρατηγική επιλογή της Άγκυρας: στενή ευθυγράμμιση με τη νέα ηγεσία της Δαμασκού και παγίωση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας σε ξένο έδαφος, με ανοιχτό χρονικό ορίζοντα.
Μια πολιτική που, σύμφωνα με αναλυτές, ενδέχεται να εντείνει την εμπλοκή της Τουρκίας στις εσωτερικές συγκρούσεις της Συρίας, να περιπλέξει τις σχέσεις με το Ιράκ και να επαναφέρει στο προσκήνιο τη διεθνή συζήτηση για τη νομιμότητα των διασυνοριακών στρατιωτικών επιχειρήσεων της Άγκυρας.