Μετά τα αμερικανοϊσραηλινά στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, το Πεκίνο φαίνεται να αξιοποιεί τη σύγκρουση όχι απλώς πολιτικά, αλλά ως μοναδική στρατιωτική και τεχνολογική ευκαιρία. Σύμφωνα με αναλύσεις, η Κίνα επιχειρεί να εφαρμόσει στην πράξη μια στρατηγική «καταστροφής καθεστώτος μέσω συστημάτων», μετατρέποντας το ιρανικό έδαφος σε πεδίο συλλογής κρίσιμων δεδομένων για τις αμερικανικές, δυτικές και ισραηλινές στρατιωτικές τεχνολογίες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Κίνας (PLA), καθώς και ένα εκτεταμένο δίκτυο κινεζικών στρατιωτικών και ερευνητικών ινστιτούτων. Στόχος τους είναι η ανάλυση της πραγματικής απόδοσης πυραύλων, drones και μαχητικών που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις κατά ιρανικών στόχων, σε συνδυασμό με δεδομένα από άλλα μέτωπα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία. Τα ευρήματα αυτά τροφοδοτούν την ανάπτυξη νέων κινεζικών αμυντικών συστημάτων και την ενσωμάτωση τεχνητής νοημοσύνης, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της κινεζικής αποτροπής σε περιοχές κρίσιμες για το Πεκίνο, όπως η Ταϊβάν και η Νότια Σινική Θάλασσα.
Η στρατιωτική συνεργασία Πεκίνου–Τεχεράνης φαίνεται πλέον να υπερβαίνει τις παραδοσιακές εμπορικές συμφωνίες. Το Ιράν λειτουργεί ως «ζωντανό εργαστήριο», όπου κινεζικές υπηρεσίες έχουν τη δυνατότητα να μελετούν από κοντά τα δυτικά και ισραηλινά οπλικά συστήματα που πλήττουν ιρανικούς στόχους. Μέσω της προμήθειας κινεζικών drones και εξαρτημάτων σε συμμάχους της Τεχεράνης ή της ενσωμάτωσης κινεζικής τεχνολογίας σε ιρανικά όπλα, το Πεκίνο παρακολουθεί πώς αυτά αντιδρούν απέναντι σε δυτικά συστήματα αεράμυνας, όπως το Patriot.
Παράλληλα, η Κίνα αξιοποιεί τα «μαθήματα πεδίου» που συγκεντρώνει το Ιράν από άλλες συγκρούσεις, ιδίως την Ουκρανία, σχετικά με την αποτελεσματικότητα των drones αυτοκτονίας – όπως το Shahed-136 – απέναντι σε δυτικά ηλεκτρονικά συστήματα. Τα δεδομένα αυτά ενσωματώνονται σε κινεζικούς αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης, ενισχύοντας την ικανότητα των κινεζικών συστημάτων να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν δυτικά όπλα.
Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική που το Πεκίνο αποκαλεί «Πόλεμο Καταστροφής Συστημάτων» (Systems Destruction Warfare). Αντί να στοχεύει στην καταστροφή μεμονωμένων αμερικανικών ή ισραηλινών πλατφορμών, η Κίνα επιδιώκει να αποδομήσει τα δίκτυα αισθητήρων, επικοινωνιών και διοίκησης που συνδέουν τις δυνάμεις αυτές. Η ανάλυση αυτών των δικτύων επιτρέπει στη συνέχεια την ανάπτυξη κινεζικών εργαλείων ηλεκτρονικού πολέμου, ικανών να «τυφλώνουν» ραντάρ και να παραλύουν τη διαλειτουργικότητα των δυτικών στρατών.
Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στα πεδία μάχης του Ιράν –και της Ουκρανίας, με τη συνδρομή της Ρωσίας– επιτρέπει στο Πεκίνο να χαρτογραφήσει σε πραγματικό χρόνο τα πρότυπα άμυνας και επίθεσης των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Δύσης. Έτσι, τα κινεζικά συστήματα αεράμυνας εκπαιδεύονται να αναγνωρίζουν θερμικά και ρανταρικά ίχνη δυτικών πυραύλων και αεροσκαφών, αυξάνοντας την πιθανότητα αναχαίτισής τους σε μελλοντικές συγκρούσεις. Με απλά λόγια, το Ιράν λειτουργεί για την Κίνα ως «τεχνικό ραντάρ» εντοπισμού αδυναμιών, χωρίς το Πεκίνο να εκτεθεί σε άμεση αντιπαράθεση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Κίνα επιδιώκει να αντικαταστήσει δυτικά και αμερικανικά ψηφιακά συστήματα στο Ιράν με κρυπτογραφημένες κινεζικές υποδομές, όπως το σύστημα δορυφορικής πλοήγησης BeiDou, εναλλακτικό του GPS. Ο στόχος είναι η μείωση της δυνατότητας διείσδυσης υπηρεσιών όπως η CIA και η Mossad, καθώς και η ενίσχυση του κυβερνοελέγχου της Τεχεράνης. Παράλληλα, το Πεκίνο φέρεται να παρέχει στο Ιράν πληροφορίες για κινήσεις αμερικανικών ναυτικών μονάδων και βάσεων στον Κόλπο, αντιμετωπίζοντας τη συνεργασία αυτή ως άσκηση πραγματικών συνθηκών για τις κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Στρατηγικά, όλα αυτά συνδέονται με τις μακροπρόθεσμες προτεραιότητες της Κίνας: την Ταϊβάν και τη Νότια Σινική Θάλασσα. Το Πεκίνο μελετά προσεκτικά τα λάθη και τις αποτυχίες της Ρωσίας στην Ουκρανία, ιδίως σε αμφίβιες και επιμελητειακές επιχειρήσεις, προκειμένου να αναπτύξει υβριδικά σχέδια δράσης που θα εξασφαλίζουν επιτυχία σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τις ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Τέλος, η κινεζική στρατηγική στηρίζεται και σε έναν υπολογισμό φθοράς: όσο η Ουάσινγκτον δεσμεύει πόρους για την άμυνα συμμάχων της στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη –όπως το Ισραήλ και η Ουκρανία– τόσο μειώνονται οι διαθέσιμες αμερικανικές δυνατότητες αποτροπής στον Ειρηνικό. Για το Πεκίνο, το Ιράν δεν είναι απλώς ένας σύμμαχος υπό πίεση, αλλά ένα κρίσιμο εργαλείο για την προετοιμασία της επόμενης μεγάλης γεωπολιτικής αναμέτρησης.