Νέες κυρώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών αποκαλύπτουν ότι το Ιράν φέρεται να αξιοποιεί ολοένα και περισσότερο την Τουρκία για την ενίσχυση των προγραμμάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV), δημιουργώντας εταιρείες-«κελύφη» με στόχο τη διακίνηση εξαρτημάτων και κεφαλαίων μέσω του τουρκικού εμπορικού και τραπεζικού συστήματος.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2026, το US Department of the Treasury, μέσω του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC), ανακοίνωσε εκτεταμένες κυρώσεις σε περισσότερα από 30 φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και σε πλοία που συνδέονται με παράνομες ιρανικές πωλήσεις πετρελαίου και με τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων και προηγμένων οπλικών συστημάτων της Τεχεράνης. Η κίνηση εντάσσεται στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής «μέγιστης πίεσης» της Ουάσιγκτον.
Αν και το μεγαλύτερο μέρος της ανακοίνωσης επικεντρώνεται στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» που μεταφέρει ιρανικό πετρέλαιο για τη χρηματοδότηση εξοπλιστικών προγραμμάτων και περιφερειακών συμμάχων, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ένταξη τριών τουρκικών εταιρειών στη λίστα κυρώσεων, γεγονός που, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, αναδεικνύει τον ρόλο της Άγκυρας ως χρηματοοικονομικού και διαμετακομιστικού κόμβου για τα ιρανικά δίκτυα προμηθειών.
Οι εταιρείες Utuş Gümrükleme Gıda Tekstil İthalat İhracat Dış Ticaret ve Sanayi Limited Şirketi, Arya Global Gıda Sanayi ve Ticaret Limited Şirketi και Altis Tekstil Makina Ticaret Limited Şirketi κατηγορούνται ότι λειτούργησαν ως χρηματοοικονομικοί μεσάζοντες για λογαριασμό ιρανικών φορέων που συνδέονται με την παραγωγή drones. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, διευκόλυναν πληρωμές προς όφελος της ιρανικής εταιρείας Oje Parvaz Mado Nafar Company (Mado), η οποία είχε τεθεί υπό κυρώσεις ήδη από το 2021 για τη στήριξή της στους Islamic Revolutionary Guard Corps (IRGC). Η Mado κατασκευάζει κινητήρες για τα drones Shahed-131 και Shahed-136, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σε περιφερειακές συγκρούσεις και έχουν εξαχθεί στο εξωτερικό.
Τα στοιχεία που επικαλούνται αμερικανικές Αρχές δείχνουν ότι οι τρεις τουρκικές εταιρείες ιδρύθηκαν το 2024 στην Κωνσταντινούπολη ως μονοπρόσωπες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, με χαμηλό μετοχικό κεφάλαιο και χωρίς εμφανή εμπορική δραστηριότητα ή επέκταση μετά την ίδρυσή τους. Η ευρύτατη και γενικόλογη περιγραφή δραστηριοτήτων τους —από τρόφιμα και υφάσματα έως μηχανήματα, χημικά, καύσιμα και διεθνές εμπόριο— φέρεται να παρείχε τη δυνατότητα ευέλικτων συναλλαγών χωρίς σαφή επιχειρηματική εξειδίκευση.
Κατά την Ουάσιγκτον, η δομή τους παραπέμπει σε εταιρείες-οχήματα που δημιουργούνται για βραχυπρόθεσμη χρήση με στόχο τη διεκπεραίωση πληρωμών και τη διακίνηση εξοπλισμού διπλής χρήσης, παρακάμπτοντας το καθεστώς κυρώσεων. Η χρήση τουρκικών εταιρικών σχημάτων θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Τουρκία, ως μέλος του NATO και ενσωματωμένη στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, προσφέρει μεγαλύτερη «νομιμοφάνεια» στις συναλλαγές σε σύγκριση με άμεσες διαδρομές από το Ιράν.
Με βάση το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των προσώπων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στη λίστα εντός αμερικανικής δικαιοδοσίας δεσμεύονται, ενώ απαγορεύονται συναλλαγές με Αμερικανούς πολίτες ή εταιρείες. Επιπλέον, ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διευκολύνουν σημαντικές συναλλαγές για λογαριασμό κυρωμένων οντοτήτων ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με δευτερογενείς κυρώσεις.
Η κίνηση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον την Τουρκία όχι μόνο διαμετακομιστικό κόμβο για το ιρανικό πετρέλαιο, αλλά και αναδυόμενο κρίκο στα χρηματοοικονομικά και εφοδιαστικά δίκτυα που στηρίζουν την ανάπτυξη των ιρανικών μη επανδρωμένων και προηγμένων οπλικών συστημάτων.
Με πληροφορίες από nordicmonitor