Ενώ η στρατιωτική κλιμάκωση εναντίον του Ιράν παρουσιάζεται από την Ουάσιγκτον ως μια αναγκαία επίδειξη ισχύος και αποτροπής, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες θα είναι διαμετρικά αντίθετες από τις αρχικές προθέσεις.
Αντί να εδραιώσει την αμερικανική ηγεμονία, ο πόλεμος φαίνεται να επιταχύνει τη διολίσθηση των ΗΠΑ και την ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου με την Κίνα στο τιμόνι.
Οι βασικοί πυλώνες αυτής της στρατηγικής «παγίδας» συνοψίζονται στα εξής:
Ενεργειακό Σοκ και Οικονομική Αιμορραγία: Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, εκτίναξε τις τιμές πάνω από τα $100 το βαρέλι. Αυτό το «φαινόμενο της πεταλούδας» προκαλεί αλυσιδωτές πληθωριστικές πιέσεις στις μεταφορές και την παραγωγή, απειλώντας να βυθίσει την ήδη εύθραυστη αμερικανική οικονομία σε μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας.
Δημοσιονομικός Εκτροχιασμός: Σε αντίθεση με προηγούμενους πολέμους (Ιράκ, Αφγανιστάν), οι ΗΠΑ καλούνται τώρα να χρηματοδοτήσουν μια σύγκρουση εν μέσω υψηλών επιτοκίων και διογκωμένου δημόσιου χρέους. Ο κίνδυνος μιας οικονομικής συμφοράς είναι ορατός, καθώς τα περιθώρια ελιγμών του αμερικανικού προϋπολογισμού είναι πλέον οριακά.
Το Στρατηγικό Δώρο στην Κίνα: Η προσήλωση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως ο απόλυτος αντιπερισπασμός. Ενώ η Ουάσιγκτον αναλώνει στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους στο Ιράν, η Κίνα παραμένει στο «στρατηγικό πίσω κάθισμα», εξοικονομώντας δυνάμεις και συνάπτοντας ευνοϊκές ενεργειακές συμφωνίες. Η απομάκρυνση της αμερικανικής προσοχής από τον Ινδο-Ειρηνικό δίνει στο Πεκίνο τον ζωτικό χώρο που χρειάζεται για να κυριαρχήσει.
Η πραγματική μέτρηση της έκβασης αυτού του πολέμου δεν θα γίνει στα πεδία των μαχών, αλλά στις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος της επόμενης δεκαετίας. Η ασυνέπεια μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας κλονίζει την εμπιστοσύνη των συμμάχων προς την αμερικανική ηγεσία.