Η δυσαρέσκεια των Αμερικανών απέναντι στον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράν καταγράφεται εντεινόμενη, σύμφωνα με διαδοχικές δημοσκοπήσεις, καθώς οι υψηλές τιμές των καυσίμων και οι φόβοι για περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης ενισχύουν το κλίμα ανησυχίας.
Έρευνα του Pew Research Center δείχνει ότι το 61% των ερωτηθέντων αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διαχειρίζεται τη σύγκρουση, η οποία ξεκίνησε, σύμφωνα με τα στοιχεία, σε συντονισμό με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στα τέλη Φεβρουαρίου. Παράλληλα, ξεχωριστή δημοσκόπηση του Quinnipiac καταγράφει ότι το 42% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί πως ο πόλεμος καθιστά τον κόσμο λιγότερο ασφαλή, ενώ μόλις το 35% εκτιμά ότι ενισχύει την ασφάλεια.
Τα στοιχεία αυτά δημοσιοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να αναπροσαρμόζει ορισμένες πτυχές της στρατιωτικής επιχείρησης κατά της Τεχεράνης. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε παύση «κάθε στρατιωτικού πλήγματος εναντίον ιρανικών εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής και ενεργειακών υποδομών», επικαλούμενος «πολύ καλές και παραγωγικές συνομιλίες» μεταξύ των διαπραγματευτικών ομάδων.
Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, οι διαφωνίες μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών παραμένουν έντονες. Σύμφωνα με το Pew, το 78% των Ρεπουμπλικανών αξιολογεί θετικά την πορεία του πολέμου, έναντι μόλις 29% των Δημοκρατικών, γεγονός που αποτυπώνει τη βαθιά πολιτική πόλωση γύρω από τις στρατιωτικές επιλογές της κυβέρνησης.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Τύπου Καρολάιν Λέβιτ υποστήριξε ότι η επιχείρηση εξελίσσεται ταχύτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση είχε εκτιμήσει ότι η αποστολή θα απαιτούσε τέσσερις έως έξι εβδομάδες, ωστόσο, «είκοσι πέντε ημέρες μετά, ο ισχυρότερος στρατός που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος βρίσκεται μπροστά από το χρονοδιάγραμμα και αποδίδει εξαιρετικά».
Παράλληλα, η ίδια επιβεβαίωσε ότι η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, η οποία είχε αναβληθεί λόγω της έναρξης των επιχειρήσεων, έχει επαναπρογραμματιστεί για τα μέσα Μαΐου.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, το Πεντάγωνο φέρεται να προετοιμάζει την αποστολή επιπλέον 3.000 στρατιωτών στη Μέση Ανατολή, προερχόμενων από την 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, γεγονός που υποδηλώνει ότι η στρατιωτική κινητοποίηση παραμένει σε εξέλιξη, παρά τις δηλώσεις περί αποκλιμάκωσης.
Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης γίνονται ήδη αισθητές στην καθημερινότητα των πολιτών, με το κόστος ζωής να επιβαρύνεται σημαντικά. Οι τιμές της βενζίνης συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, καθώς το Στενό του Ορμούζ παραμένει κλειστό, επηρεάζοντας τις διεθνείς ενεργειακές ροές.
Σε αυτό το πλαίσιο, δημοσκόπηση των AP-NORC καταγράφει ότι το 45% των ενηλίκων στις ΗΠΑ δηλώνει ότι ανησυχεί «εξαιρετικά» ή «πολύ» για τη δυνατότητα κάλυψης του κόστους καυσίμων τους επόμενους μήνες.
Παρά τις πιέσεις αυτές, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι η κατάσταση είναι προσωρινή. Όπως δήλωσε η Καρολάιν Λέβιτ, η κυβέρνηση σκοπεύει, μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, να ενισχύσει περαιτέρω την «αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία», εκφράζοντας την εκτίμηση ότι οι τιμές των καυσίμων θα υποχωρήσουν εκ νέου.