Το ιρανικής κατασκευής drone-καμικάζι Shahed-136 αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά όπλα των συγκρούσεων του 21ου αιώνα, έχοντας ανατρέψει τα παραδοσιακά στρατιωτικά δεδομένα από την Ανατολική Ευρώπη μέχρι τον Περσικό Κόλπο.
Η πρωτοκαθεδρία του στα σύγχρονα πεδία μαχών δεν οφείλεται στην τεχνολογική του πολυπλοκότητα, αλλά στην εντυπωσιακή οικονομική ασυμμετρία που επιβάλλει. Με εκτιμώμενο κόστος από μόλις 7.000 έως 50.000 δολάρια, αναγκάζει τους αντιπάλους να δαπανούν πανάκριβα αμυντικά βλήματα εκατομμυρίων δολαρίων για την αναχαίτισή του, προκαλώντας τον κορεσμό και την εξάντληση των προηγμένων συστημάτων αεράμυνας.
Η φιλοσοφία του Shahed-136 έλκει την καταγωγή της από τη δεκαετία του 1980, όταν το concept βασίστηκε αρχικά στο γερμανικό πρόγραμμα DAR και το ισραηλινό drone Harpy, τα οποία σχεδιάστηκαν για την εξουδετέρωση εχθρικών ραντάρ.
Η Τεχεράνη απέκτησε πρόσβαση σε αυτή την τεχνολογία και αντικατέστησε τους ακριβούς ανιχνευτές ακτινοβολίας με κοινά συστήματα δορυφορικής πλοήγησης, όπως το GPS και το GLONASS.
Με αυτόν τον τρόπο, μετέτρεψε ένα απλό μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε έναν εξαιρετικά φθηνό πύραυλο κρουζ μεγάλου βεληνεκούς, έως 2.000 χλμ., που χρειάζεται μόνο τις συντεταγμένες του στόχου για να πλήξει με ακρίβεια.
Η ανάγκη του Ιράν να αναπτύξει εγχώρια αμυντική βιομηχανία γεννήθηκε κατά τον φονικό πόλεμο με το Ιράκ τη δεκαετία του '80, όταν οι διεθνείς κυρώσεις του στερούσαν τη δυνατότητα συντήρησης των αμερικανικών του εξοπλισμών. Αυτή η πίεση οδήγησε σε μια αποκεντρωμένη και εξαιρετικά ανθεκτική παραγωγική βάση.
Αντί για περίπλοκες στρατιωτικές εφοδιαστικές αλυσίδες, το Shahed-136 κατασκευάζεται με εξαρτήματα διπλής χρήσης που είναι ελεύθερα διαθέσιμα στο εμπόριο. Με τη συνδρομή της κινεζικής τεχνολογίας στα ηλεκτρονικά συστήματα, η Τεχεράνη κατάφερε να θωρακίσει την παραγωγή της απέναντι στα αμερικανικά εμπάργκο.
Το drone άρχισε να εμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 2010 στο οπλοστάσιο των Χούθι της Υεμένης, ενώ συνδέθηκε με πλήγματα κατά σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και δεξαμενόπλοιων. Η παγκόσμια αναγνώρισή του, ωστόσο, εκτοξεύθηκε το 2022 με τη μαζική χρήση του από τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Η Μόσχα, έχοντας προμηθευτεί χιλιάδες μονάδες, προχώρησε πλέον και στην εγχώρια παραγωγή της δικής της παραλλαγής με το όνομα Geran. Η επιτυχία του όπλου είναι τέτοια, που ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεκινήσει διαδικασίες για την ανάπτυξη ενός δικού τους αντίστοιχου μη επανδρωμένου αεροσκάφους χαμηλού κόστους.