Παρά τις έντονες πιέσεις και τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του —με επιβολή δασμών και ενδεχόμενη απόσυρση στρατευμάτων— η Ευρώπη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια βαθιά οικονομική και τεχνολογική εξάρτηση από τις ΗΠΑ, την οποία αδυνατεί να κάμψει στο άμεσο μέλλον.
Ενώ στον αμυντικό τομέα οι Ευρωπαίοι επιδεικνύουν αντανακλαστικά αυξάνοντας τις δαπάνες και στηρίζοντας την Ουκρανία, το οικονομικό «διαζύγιο» φαντάζει ακατόρθωτο χωρίς επώδυνους συμβιβασμούς.
Το αξεπέραστο «τείχος» του δολαρίου και της ενέργειας
Η κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος παραμένει το μεγαλύτερο αγκάθι. Παρά τις προσπάθειες της ΕΚΤ, το ευρώ στερείται των βαθιών και ρευστών αγορών χρέους που θα το καθιστούσαν πραγματική εναλλακτική. Ταυτόχρονα, τα αμερικανικά συστήματα πληρωμών (Visa, Mastercard) ελέγχουν τα δύο τρίτα των συναλλαγών στην Ευρωζώνη, με το «ψηφιακό ευρώ» να μην αναμένεται πριν από το τέλος της δεκαετίας.
Στον τομέα της ενέργειας, η εξάρτηση από την Ουάσιγκτον αντί να μειώνεται, αυξάνεται. Μετά τη ρήξη με τη Ρωσία, το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) έγινε η κύρια «σανίδα σωτηρίας» της Ευρώπης, καλύπτοντας το κενό των ρωσικών εισαγωγών που μειώθηκαν κατά 75%. Ο πόλεμος στο Ιράν και οι ζημιές στις υποδομές του Κατάρ καθιστούν το αμερικανικό LNG μονοπώλιο, αναγκάζοντας τις Βρυξέλλες να αποδεχθούν εμπορικές συμφωνίες (όπως η συμφωνία Turnberry) υπό την έμμεση απειλή της ενεργειακής ασφυξίας.
Εμπόριο και Τεχνολογία: Ένας άνισος αγώνας
Στο πεδίο του εμπορίου, οι ΗΠΑ παραμένουν ο κορυφαίος προορισμός των ευρωπαϊκών εξαγωγών, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 20% των συνολικών ροών στις αρχές του 2026. Αν και η ΕΕ υπέγραψε πρόσφατα συμφωνίες με την Ινδία, την Αυστραλία και τη Mercosur για να διαφοροποιήσει τις αγορές της, ο όγκος των συναλλαγών με τις ΗΠΑ (920 δισ. δολάρια το 2024) καθιστά κάθε άλλη εναλλακτική δευτερεύουσα.
Στον κλάδο της τεχνολογίας, η Ευρώπη παραμένει απλός καταναλωτής και όχι παραγωγός.
Cloud Computing: Amazon, Google και Microsoft ελέγχουν τα δύο τρίτα της ευρωπαϊκής αγοράς.
Λογισμικό: Το 75% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων βασίζεται αποκλειστικά σε αμερικανικά προγράμματα.
Τεχνητή Νοημοσύνη: Η Ευρώπη αδυνατεί να ανταγωνιστεί τις μαζικές επενδύσεις των ΗΠΑ, με κίνδυνο να μείνει οριστικά εκτός κούρσας.
Το ρίσκο της «στασιμότητας»
Παρά τις ρυθμιστικές επιθέσεις των Βρυξελλών κατά των αμερικανικών κολοσσών (όπως οι απαγορεύσεις στα social media για παιδιά), η ουσιαστική απεξάρτηση προσκρούει στο κόστος. Η στροφή σε ευρωπαϊκές εναλλακτικές θα σήμαινε χαμηλότερη παραγωγικότητα και υψηλότερες τιμές για τις επιχειρήσεις.
Τελικά, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες φαίνεται να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, εφόσον η αμυντική θωράκιση απέναντι στη Ρωσία βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης, η διατήρηση της υφιστάμενης οικονομικής σχέσης με τις ΗΠΑ είναι ένα «αποδεκτό ρίσκο». Η Ευρώπη προτιμά να παραμείνει προσδεδεμένη στο αμερικανικό άρμα, ελπίζοντας σε μια μελλοντική επιστροφή στην κανονικότητα, παρά να ρισκάρει μια οικονομική κατάρρευση επιδιώκοντας μια βίαιη αυτονομία.