Αντιμέτωποι με ηγέτες που χαρακτηρίζονται ως «αρπακτικά», όπως ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, άλλοι διεθνείς ηγέτες επέδειξαν «δειλία» και υιοθέτησαν πολιτική «κατευνασμού» μέσα στο 2025, αντί να αντισταθούν, σύμφωνα με τη νέα ετήσια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας.
Η οργάνωση υποστηρίζει ότι οι τρεις αυτοί ηγέτες περιφρόνησαν τους διεθνείς κανόνες και τους θεσμούς που διαμορφώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός διεθνούς περιβάλλοντος όπου «ο πόλεμος αντικαθιστά τη διπλωματία».
Στα προλεγόμενα της έκθεσης, η γενική γραμματέας της οργάνωσης, Ανιές Καλαμάρ, αναφέρει ότι το 2025 οι συγκεκριμένοι ηγέτες «επιδίωξαν κατακτήσεις με στόχο την οικονομική και πολιτική κυριαρχία, μέσω καταστροφής, καταστολής και βίας σε μαζική κλίμακα».
Η έκθεση αποδίδει στις Ηνωμένες Πολιτείες «εξωδικαστικές δολοφονίες εκτός συνόρων», ενώ κάνει λόγο για «παράνομες επιθέσεις» στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, καθώς και για απειλές προσάρτησης της Γροιλανδίας. Παράλληλα, επικρίνεται η αμερικανική κυβέρνηση για υπονόμευση προσπαθειών δεκαετιών στον τομέα των δικαιωμάτων των γυναικών, με την Καλαμάρ να κάνει λόγο για ένα «βαθιά ρατσιστικό και πατριαρχικό» όραμα που, όπως σημειώνει, μοιράζονται ο Τραμπ και ο Πούτιν.
Για την ισραηλινή κυβέρνηση, η έκθεση καταγγέλλει ότι «συνέχισε τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού» στη Γάζα, παρά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, τονίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα δεν έλαβε επαρκή μέτρα για να την αποτρέψει.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, η στάση της διεθνούς κοινότητας υπήρξε σε μεγάλο βαθμό παθητική, με πολλούς ηγέτες —ιδίως στην Ευρώπη— να επιλέγουν τον κατευνασμό. Η οργάνωση καλεί κράτη, διεθνείς οργανισμούς και κοινωνία των πολιτών να απορρίψουν αυτή την προσέγγιση και να αντισταθούν συλλογικά σε τέτοιες πρακτικές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις πιέσεις που δέχονται διεθνείς θεσμοί, με την έκθεση να κάνει λόγο για τις σοβαρότερες επιθέσεις από το 1948, μεταξύ άλλων μέσω κυρώσεων κατά δικαστών και εισαγγελέων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, καθώς και αποχωρήσεων από διεθνείς συμφωνίες.
Η οργάνωση συνδέει επίσης την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή με την «περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου», αναφέροντας ότι στις αρχικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ακολούθησαν «τυφλά αντίποινα» από το Ιράν. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η σύγκρουση πυροδοτήθηκε μετά από αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων στο Ιράν τον Ιανουάριο του 2026.
Η έκθεση επεκτείνεται και σε άλλες περιοχές κρίσης, όπως η Μιανμάρ, όπου συνεχίζεται ο εμφύλιος πόλεμος, και το Σουδάν, όπου καταγράφονται σφαγές αμάχων και εκτεταμένη σεξουαλική βία από παραστρατιωτικές δυνάμεις.
Ως ελάχιστες θετικές εξελίξεις, η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει τη δημιουργία ειδικού δικαστηρίου για τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και την παράδοση του πρώην προέδρου των Φιλιππίνων Ροδρίγο Ντουτέρτε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.