Υπό τη βαριά σκιά της απρόσμενης αποχώρησης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία και πέντε ακόμη κράτη-μέλη του OPEC+ συνεδριάζουν σήμερα σε μια κρίσιμη προσπάθεια να επανακαθορίσουν τη στρατηγική τους.
Παρά τη μέχρι τώρα σιωπή του Οργανισμού για τη φυγή ενός εκ των βασικών πυλώνων του, η διεθνής αγορά παρακολουθεί με έκδηλη αγωνία τις εξελίξεις. Η αποχώρηση του Αμπού Ντάμπι δεν αποτελεί απλώς μια τυπική μείωση μελών, αλλά ένα ισχυρό πλήγμα στη συνοχή και τη ρυθμιστική ισχύ του μπλοκ, καθώς πρόκειται για μια χώρα με τεράστιες επενδύσεις και δυνατότητα παραγωγής που σύντομα θα αγγίζει τα 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Η αναμενόμενη απόφαση για μια ονομαστική αύξηση των ποσοστώσεων κατά 188.000 βαρέλια την ημέρα μοιάζει περισσότερο με λογιστική διευθέτηση παρά με ουσιαστική ενίσχυση της προσφοράς. Η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει ζοφερή, καθώς οι εξαγωγικές δυνατότητες των χωρών του Κόλπου παραμένουν εγκλωβισμένες λόγω του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν.
Το αποτέλεσμα είναι ένα χαώδες χάσμα περίπου 9 εκατομμυρίων βαρελιών μεταξύ των θεωρητικών στόχων και της πραγματικής άντλησης, με τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ να βρίσκονται ανάμεσα στους μεγάλους χαμένους αυτής της εμπλοκής.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία βιώνει μια ιδιότυπη συνθήκη. Αν και καρπώνεται τα οφέλη των υψηλών τιμών ενέργειας, η παραγωγή της φθίνει σταδιακά εξαιτίας της αποχώρησης των δυτικών κεφαλαίων και των συστηματικών πληγμάτων από drones στις υποδομές της.
Η αποδυνάμωση του OPEC+ εντείνεται από τον φόβο ότι τα Εμιράτα, δρώντας πλέον αυτόνομα και με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς το Ριάντ. Αυτό το κλίμα αποσύνθεσης δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που ίσως ωθήσει και άλλες χώρες, όπως το Ιράκ ή το Καζακστάν, να αμφισβητήσουν τους περιορισμούς, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη μελλοντική επιρροή του Οργανισμού στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα.