Σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας βρίσκονται οι υγειονομικές αρχές στην κεντρική Αφρική λόγω της νέας έξαρσης του ιού Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αξιολογεί τον επιδημιολογικό κίνδυνο ως ιδιαίτερα υψηλό σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η απειλή παραμένει χαμηλή σε διεθνή κλίμακα.
Παρά την πρόσφατη κήρυξη διεθνούς υγειονομικού συναγερμού, η αρμόδια επιτροπή εκτάκτων καταστάσεων του ΠΟΥ αποφάνθηκε ότι η παρούσα κατάσταση δεν πληροί τα κριτήρια μιας παγκόσμιας πανδημίας.
Η τρέχουσα επιδημία, η οποία αποτελεί τη 17η καταγεγραμμένη έξαρση στην ιστορία της χώρας, εξελίσσεται στο ανατολικό τμήμα της ΛΔ Κονγκό και έχει ήδη κοστίσει τη ζωή σε 139 ανθρώπους, ανάμεσα σε περίπου 600 πιθανά κρούσματα. Σύμφωνα με τους ειδικούς του οργανισμού, το μέγεθος της διασποράς υποδηλώνει ότι ο ιός κυκλοφορεί αθόρυβα στην περιοχή εδώ και αρκετούς μήνες.
Απόλυτη προτεραιότητα των κλιμακίων υγείας αποτελεί πλέον η άμεση διακοπή της αλυσίδας μετάδοσης μέσω της ιχνηλάτησης των επαφών, της απομόνωσης και της παροχής ιατρικής φροντίδας σε όλα τα ύποπτα περιστατικά.
Στο πολιτικό σκέλος της κρίσης, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντάνομ Γκεμπρεγέσους, απέδωσε σε έλλειψη κατανόησης των διεθνών κανονισμών την κριτική που δέχθηκε ο οργανισμός από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, περί καθυστερημένης αντίδρασης. Ο κ. Γκεμπρεγέσους διευκρίνισε ότι ο ρόλος του ΠΟΥ είναι υποστηρικτικός προς τις εθνικές αρχές και όχι υποκατάστατό τους.
Την ίδια στιγμή, καθησυχαστική εμφανίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τονίζοντας ότι ο κίνδυνος μόλυνσης για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εξαιρετικά χαμηλός και δεν συντρέχει λόγος λήψης έκτακτων μέτρων πέρα από τις καθιερωμένες οδηγίες δημόσιας υγείας.
Παράλληλα, η ΕΕ ενεργοποιεί άμεσα μια ανθρωπιστική αερογέφυρα για την αποστολή ζωτικής σημασίας υλικού στη ΛΔ Κονγκό, συμπεριλαμβανομένων φαρμάκων, προστατευτικού εξοπλισμού και σκηνών. Αν και ο Έμπολα προκαλεί θανατηφόρο αιμορραγικό πυρετό με υψηλό δείκτη θνησιμότητας, οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι είναι σημαντικά λιγότερο μεταδοτικός σε σχέση με άλλες ασθένειες, όπως η Covid-19 ή η ιλαρά.