Ένα καθηλωτικό παρασκήνιο από το καλοκαίρι του 2025 φέρνει στο φως της δημοσιότητας η εφημερίδα New York Times, αποκαλύπτοντας τον τρόμο που κυρίευσε τους ανώτατους αξιωματούχους του Ντόναλντ Τραμπ λίγο πριν τη δημοσιοποίηση των Φακέλων Επστάιν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Μάγκι Χάμπερμαν και Τζόναθαν Σουόν, οι στενότεροι συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου κλείστηκαν στο Situation Room —το υπερασφαλές καταφύγιο εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου— σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διαχειριστούν μια κρίση που απειλούσε ευθέως την προεδρία του.
Μια «λίστα πελατών» που δεν βρέθηκε και η οργή της βάσης
Η κρίση πυροδοτήθηκε παρόλο που το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI είχαν εκδώσει κοινό υπόμνημα, ξεκαθαρίζοντας ότι η έρευνά τους δεν είχε εντοπίσει καμία επίσημη «λίστα πελατών» με ισχυρούς άνδρες για τους οποίους ο διαβόητος παιδεραστής Τζέφρι Επστάιν εξέδιδε ανήλικα κορίτσια. Αντί όμως αυτό να καθησυχάσει τα πνεύματα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και βαθύ διχασμό στους κόλπους των υποστηρικτών του κινήματος MAGA.
Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο πιεστικά όταν το επιτελείο έμαθε ότι η εφημερίδα Wall Street Journal ετοίμαζε ένα άκρως επιθετικό ρεπορτάζ για τις σχέσεις του Τραμπ με τον Επστάιν. Η ανάγκη να δείξει ο Λευκός Οίκος μια εικόνα διαφάνειας για να κατευνάσει την οργισμένη βάση του ήταν επιτακτική, όμως ο ίδιος ο πρόεδρος δεν φαινόταν να συμμερίζεται αυτή την ανησυχία.
Οι ριζοσπαστικές προτάσεις του Τζέι Ντι Βανς
Στην κρίσιμη εκείνη συνάντηση, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς πήρε αμέσως τον λόγο, προειδοποιώντας ότι αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Στη σύσκεψη συμμετείχαν κορυφαία στελέχη, όπως η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς και η γραμματέας Τύπου Κάρολιν Λέβιτ, ενώ η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι και ο διευθυντής του FBI Κας Πάτελ ήταν σε ανοιχτή ακρόαση.
Ο Βανς πίεσε την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει άμεσα όλα τα έγγραφα της υπόθεσης, πιστεύοντας ότι αν ο Λευκός Οίκος έκανε την πρώτη κίνηση, θα αποδυνάμωνε τις θεωρίες συνωμοσίας.
Μάλιστα, πρότεινε αρχικά να προσληφθεί ο δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον για να πάρει συνέντευξη μέσα από τη φυλακή από την καταδικασμένη Γκισλέιν Μάξγουελ, τη στενή συνεργάτιδα του Επστάιν, με την ελπίδα ότι εκείνη θα καθάριζε το όνομα του προέδρου.
Στη συνέχεια, ο αντιπρόεδρος εισηγήθηκε ακόμα και την κατάθεση της Μάξγουελ στο Κογκρέσο. Στο άκουδο αυτής της πρότασης, το επιτελείο άρχισε να συζητά ανεπίσημα τι θα ζητούσε εκείνη ως αντάλλαγμα, με τις επιλογές να εντοπίζονται στη μείωση της ποινής της ή στην απονομή χάρης.
Αυτό το ενδεχόμενο, ωστόσο, προκάλεσε την έντονη αποδοκιμασία και τον φόβο των παρισταμένων, καθώς μια τέτοια κίνηση θα κατέστρεφε πολιτικά τον πρόεδρο.
Οι φωνές στον Μέρντοχ και η ωμή πραγματικότητα
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, και ενώ τα κινητά τηλέφωνα απαγορεύονταν στην αίθουσα, το επίμαχο άρθρο της Wall Street Journal ανέβηκε στο διαδίκτυο και τυπώθηκε εσπευσμένα για τους παρευρισκόμενους. Όπως αποκαλύφθηκε, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τηλεφωνήσει νωρίτερα στον ιδιοκτήτη του μέσου, Ρούπερτ Μέρντοχ, και στην αρχισυντάκτρια Έμμα Τάκερ για να σταματήσει το δημοσίευμα.
Σε έξαλλη κατάσταση, ο πρόεδρος άρχισε να φωνάζει στην Τάκερ ότι μισεί την Αμερική και απείλησε με δικαστικές αγωγές. Αν και η Σούζι Γουάιλς ετοίμασε μια άμεση διάψευση την οποία ο Τραμπ δημοσίευσε στο Truth Social, η ζημιά είχε ήδη γίνει.
Το συμπέρασμα των δημοσιογράφων των New York Times είναι αμείλικτο: η κρίση αυτή απέδειξε στους στενότερους συμβούλους του Τραμπ ότι ο πρόεδρος μπορεί να κλονίσει θεσμούς, να στρέψει το κράτος εναντίον των εχθρών του ή να φέρει τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη στο Οβάλ Γραφείο, αλλά υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε με τίποτα να «εξαφανίσει»: το φάντασμα του Τζέφρι Επστάιν.