Σε τεντωμένο σκοινί βρίσκονται οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν με φόντο την επίτευξη μιας νέας συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και τον τερματισμό των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. Καταλύτης για την πορεία των διαπραγματεύσεων αναδεικνύεται το μέτωπο του Λιβάνου, όπου η πρόσφατη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ δοκιμάζεται σκληρά στην πράξη.
Παρά την επίσημη κατάπαυση του πυρός, η κατάσταση στο πεδίο παραμένει εκρηκτική, καθώς ισραηλινά αεροπορικά πλήγματα και βομβαρδισμοί πυροβολικού κατά τη διάρκεια της νύχτας στην περιοχή της Ναμπατίγιε προκάλεσαν τον θάνατο ενός Λιβανέζου στρατιώτη και μιας τετραμελούς οικογένειας πολιτών.
Αυτή η άμεση παραβίαση της ηρεμίας αποτελεί το μεγάλο ρίσκο για την Ουάσινγκτον, αφού κάθε νέα στρατιωτική εμπλοκή απειλεί να πυροδοτήσει αντανακλαστική αντίδραση από το Ιράν και να παγώσει τη διπλωματική διαδικασία.
Η επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός υπήρξε προϊόν έντονης και επείγουσας μεσολάβησης των ΗΠΑ και του Κατάρ, η οποία ενεργοποιήθηκε αμέσως μετά την προσωρινή αναστολή των προκαταρκτικών συνομιλιών στην Ελβετία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρενέβη προσωπικά, ασκώντας πιέσεις στην ηγεσία του Ισραήλ να σταματήσει τις επιχειρήσεις του, προκειμένου να διασωθεί το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης στις Βερσαλλίες.
Η Τεχεράνη είχε καταστήσει σαφές ότι θεωρούσε τις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο ως κατάφωρη παραβίαση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να απειλούν με γενικευμένη κλιμάκωση, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που ανάγκασε την αμερικανική πλευρά σε άμεση διπλωματική αντεπίθεση.
Αν και αρχικά το μέτωπο του Λιβάνου θεωρούνταν δευτερεύον, πλέον έχει αναχθεί σε κεντρικό πυλώνα της κρίσης, καθώς η Τεχεράνη πέτυχε να συμπεριλάβει στο μνημόνιο ρητό όρο για την εδαφική ακεραιότητα και την παύση των επιχειρήσεων στη χώρα, συνδέοντας άμεσα τη δική της στάση με την ασφάλεια της Χεζμπολάχ. Το θεμελιώδες πρόβλημα ωστόσο έγκειται στο γεγονός ότι ούτε το Ισραήλ ούτε η Χεζμπολάχ αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της αμερικανοϊρανικής συμφωνίας.
Το Ισραήλ, παρότι ανακοίνωσε την εκεχειρία, ξεκαθάρισε ότι διατηρεί τα στρατεύματά του εντός των ζωνών ασφαλείας στον νότιο Λίβανο και θα απαντήσει σε κάθε πρόκληση, απαιτώντας τον πλήρη αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Από την άλλη πλευρά, η οργάνωση, αν και δήλωσε ότι συμμορφώνεται με την κατάπαυση του πυρός, αρνείται να παραδώσει τα όπλα της όσο υφίσταται ισραηλινή παρουσία, με τη λιβανέζικη κυβέρνηση να αδυνατεί να επιβάλει τον έλεγχό της.
Παρά την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση, ο διπλωματικός μαραθώνιος μεταφέρεται τώρα στην Ελβετία, όπου το μνημόνιο παραμένει τυπικά ενεργό και προετοιμάζεται ο πρώτος γύρος των δια ζώσης συναντήσεων.
Στο σημείο μεταβαίνουν κορυφαίοι Αμερικανοί απεσταλμένοι, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, ενώ ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, τελεί εν αναμονή, εξαρτώντας το ταξίδι του από τη διατήρηση της ηρεμίας στο πεδίο.
Παράλληλα, το Κατάρ, μέσω του πρωθυπουργού του, Σεΐχη Μοχάμεντ Μπιν Αμπντούλ Ραχμάν αλ-Θάνι, συνεχίζει τις επαφές του για τη θωράκιση της περιφερειακής ασφάλειας, στηρίζοντας σταθερά την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Εντούτοις, καθίσταται σαφές ότι η τύχη της μεγάλης πυρηνικής συμφωνίας δεν θα κριθεί στα ελβετικά σαλόνια, αλλά από την αντοχή των όπλων στον νότιο Λίβανο.