Η κινεζική κυβέρνηση έχει ενισχύσει σημαντικά τις επικοινωνιακές της πρωτοβουλίες στην Τουρκία, επιχειρώντας να αποκαταστήσει το πλήγμα που υπέστη η εικόνα της μετά την αναστολή της προγραμματισμένης επένδυσης της αυτοκινητοβιομηχανίας BYD στη χώρα.
Η BYD ανακοίνωσε τον Ιούνιο ότι «παγώνει» τα σχέδια για την κατασκευή εργοστασίου στην Τουρκία, δίνοντας προτεραιότητα στην επέκταση της παραγωγής της στην ευρωπαϊκή αγορά. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε πολιτική αμηχανία στην Άγκυρα, η οποία είχε ήδη προσφέρει γενναιόδωρες φορολογικές ελαφρύνσεις στα οχήματα της κινεζικής εταιρείας, ακόμη και πριν ξεκινήσει η υλοποίηση της επένδυσης.
Τα φορολογικά κίνητρα, σε συνδυασμό με τη νέα εμπορική στρατηγική της BYD, εκτόξευσαν τις πωλήσεις της στην Τουρκία σε περισσότερα από 45.000 οχήματα το 2025. Αναλυτές εκτιμούν ότι η εταιρεία αποκόμισε επιπλέον κέρδη ύψους 500 εκατ. έως 1 δισ. δολαρίων χάρη στα προνόμια που εξασφάλισε από την τουρκική κυβέρνηση.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Middle East Eye, η αποτυχία της συμφωνίας επηρέασε αρνητικά την εικόνα της Κίνας στην Τουρκία, με αποτέλεσμα το Πεκίνο να εξαπολύσει μια εκτεταμένη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων.
Κυβερνητικός σύμβουλος υποστήριξε ότι η Άγκυρα έχει εκφράσει δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι κινεζικές διαπραγματεύσεις, καθώς, όπως ανέφερε, συχνά επανέρχονται με νέες απαιτήσεις ακόμη και όταν φαίνεται πως έχει επιτευχθεί συμφωνία.
Στο πλαίσιο της επικοινωνιακής αυτής στρατηγικής, η κινεζική πρεσβεία στην Άγκυρα δημοσιεύει άρθρα σε φιλοκυβερνητικά τουρκικά μέσα ενημέρωσης, προβάλλοντας τη συνεργασία μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και του κυβερνώντος AKP, ενώ παράλληλα προωθεί την κυκλοφορία του πέμπτου τόμου του βιβλίου του Σι Τζινπίνγκ Η Διακυβέρνηση της Κίνας.
Ο Νουρετίν Ακτσάι εκτιμά ότι η κρίση με την BYD επιβάρυνε περαιτέρω την κινεζική εικόνα στην Τουρκία, σημειώνοντας ωστόσο ότι το Πεκίνο επενδύει εδώ και χρόνια στη λεγόμενη «διπλωματία των ελίτ», προσκαλώντας δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς και διαμορφωτές κοινής γνώμης σε οργανωμένες επισκέψεις στην Κίνα.
Οι σχέσεις Άγκυρας και Πεκίνου παραμένουν περίπλοκες, κυρίως λόγω του ζητήματος των Ουιγούρων. Παρά τις προσπάθειες εξομάλυνσης, όπως η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ το 2024, οι μεγάλες κινεζικές επενδύσεις που είχαν εξαγγελθεί από τις BYD και Chery δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί.
Παράλληλα, ο Ακτσάι αποκάλυψε ότι η δημόσια κριτική του στις κινεζικές δραστηριότητες έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και από το Πανεπιστήμιο της Σανγκάης, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του, ενώ εκτιμά ότι ενδέχεται να μην του επιτραπεί ξανά η είσοδος στην Κίνα.
Τον Ιούλιο, το κρατικά χρηματοδοτούμενο Ίδρυμα Φιλίας Τουρκίας-Κίνας διοργάνωσε οκταήμερη επίσκεψη δημοσιογράφων από τουρκικά μέσα ενημέρωσης στη Σιντζιάνγκ. Τα περισσότερα δημοσιεύματα επικεντρώθηκαν στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, στις επενδύσεις και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, χωρίς να αναφερθούν στις διεθνείς καταγγελίες για την αντιμετώπιση των Ουιγούρων.
Την ίδια στιγμή, οργανώσεις όπως η Human Rights Watch υποστηρίζουν ότι οι κινεζικές αρχές συνεχίζουν την πολιτική εξαναγκαστικής αφομοίωσης των Ουιγούρων και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας πως εκατοντάδες χιλιάδες Ουιγούροι εξακολουθούν να κρατούνται αυθαίρετα και ότι δεν έχει υπάρξει λογοδοσία για τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με τον Ακτσάι, η Κίνα επιδιώκει να περιορίσει την κριτική που ασκείται στο εσωτερικό της Τουρκίας για το ζήτημα των Ουιγούρων, διευρύνοντας τις επαφές της όχι μόνο με την κυβέρνηση αλλά και με κόμματα της αντιπολίτευσης.
Όπως υποστηρίζει, η στρατηγική αυτή δεν αλλάζει πλήρως την κοινή γνώμη, ωστόσο συμβάλλει στην αποτροπή της ανάπτυξης ενός ισχυρού αντικινεζικού κινήματος στη χώρα.