18 Αυγούστου 1993: Ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία η επιχείρηση «Χρυσόμαλλον Δέρας», στο Σοχούμι της Γεωργίας

 
18 Αυγούστου 1993: Ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία η επιχείρηση «Χρυσόμαλλον Δέρας», στο Σοχούμι της Γεωργίας

Πηγή Φωτογραφίας:

Ενημερώθηκε: 18/08/26 - 22:42

Του Λεωνίδα Σ. Μπλαβέρη

Στις 18 Αυγούστου 1993 ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία η νεότερη «Αργοναυτική εκστρατεία» του Ελληνισμού, η επιχείρηση «Χρυσόμαλλον Δέρας», στο Σοχούμι της Γεωργίας, για τον απεγκλωβισμό των Ελλήνων του Πόντου που από αιώνες ζούσαν εκεί, κατά την οποία συνεργάστηκαν με εξαιρετικά αποτελέσματα, το Υπουργείο Εξωτερικών που είχε τη γενική διεύθυνση της επιχειρήσεως και το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, δια του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, που είχε τον έλεγχο σε στρατιωτικό επίπεδο.

Η προαναφερθείσα επιχείρηση ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (από τη μεταπολίτευση του 1974 και εντεύθεν) και ήταν η πιο μεγάλη, ως τότε, προσπάθεια ευρωπαϊκού κράτους, για τον απεγκλωβισμό πολιτών του από εμπόλεμη ζώνη.

Τη γενική διοίκηση της επιχειρήσεως «επί του πεδίου», είχε ο αείμνηστος τότε Αντιπλοίαρχος Βασίλειος Ντερτιλής ΠΝ (1949-2012), ένας πανέξυπνος και τολμηρός αξιωματικός, ο οποίος ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο ΠΝ από τα υποβρύχια αλλά τελικώς «δοξάστηκε» σε άλλα εθνικά πεδία. Ό Βασίλης Ντερτιλής ήταν γιός του πραξικοπηματία Νικολάου Ντερτιλή, αλλά ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν και ως χαρακτήρας και ως άνθρωπος, γεννηθείς το 1949 εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1967 και αποφοίτησε με την Τάξη του 1971 της Σχολή ως Σημαιοφόρος Μάχιμος και επέλεξε εθελοντικά τα υποβρύχια! Το διάστημα 1991-93 υπηρέτησε ως κυβερνήτης στο Πλοίο Γενικής Υποστηρίξεως «ΑΞΙΟΣ», ενώ συμμετείχε στην οργάνωση των αποστολών της Ελλάδος στη Σομαλία, στην πρώην Γιουγκοσλαβία για λογαριασμό του ΟΗΕ, όπου διακρίθηκε όλως ιδιαιτέρως, με κορυφαία του στιγμή την ενεργό και καθοριστικής σημασίας συμβολή του στον απεγκλωβισμό των Ομογενών από το Σοχούμι. Παραιτήθηκε από το ΠΝ το 1996 ως Αρχιπλοίαρχος ε.α.

Πολύ αργότερα, ο ίδιος ο Βασίλειος Ντερτιλής αργότερα σε συνέντευξή του είχε δηλώσει τα εξής: «Ο Ελληνικός Στρατός εκλήθη να σχεδιάσει μια ειδική επιχείρηση απεμπλοκής Ελλήνων που ζουν εκεί (δηλ. στο Σοχούμι της Γεωργίας) που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν όμηροι, όχι φυσικών προσώπων, αλλά των συγκυριών δηλαδή των εμφυλίων συρράξεων στην περιοχή εκείνη. Ήταν μια επιχείρηση σε απόλυτη συνεργασία με φορείς του Υπουργείου Εξωτερικών και του ΓΕΝ».

Μετά την πτώση του κομμουνισμού στη Σοβιετική ένωση και τη διάλυσή της «στα εξ ων συνετέθη», στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η πρώην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της, αλλά είχε τεράστια προβλήματα που είχαν «διοχετευθεί» σε ακραίο εθνικισμό, αμφισβητώντας την αυτόνομη υπόσταση της Οσετίας, της Αμπχαζίας και της Ατζαρίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσουν διαδοχικοί πόλεμοι, πρώτα με τους Οσετίνους και στη συνέχεια με τους Αμπχάζιους. Στο επίκεντρο αυτής της έκρυθμης καταστάσεως βρέθηκε η ελληνική κοινότητα της Γεωργίας. Η συντριπτική προέλευση αυτών τα προηγούμενα χρόνια είχαν «διαρρεύσει» στην Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και τη Νότια Ρωσία, ωστόσο όμως το 1993 είχαν απομείνει αρκετοί Έλληνες στο Σοχούμι της Ξεωργίας που αποτελούσε την πιο σημαντική πόλη της περιοχής στο Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα).

Στις 8 Φεβρουαρίου 1993, η Συνομοσπονδία των ομογενών της πρώην ΕΣΣΔ «Ο Πόντος», είχε στείλει στον τότε Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, δραματική επιστολή στην οποία γνωστοποιούσε την τραγική κατάσταση των περίπου 2000, όπως έγραφε, που είχαν απομείνει στην περιοχή και βρίσκονταν στη μέση πολεμικών επιχειρήσεων, και χαρακτηρίζοντας ως «επιτακτική» την ανάγκη αποχωρήσεώς τους από την περιοχή.

Την άνοιξη του 1993, διοργανώθηκε για το σκοπό αυτό, ένα μεγάλο συλλαλητήριο χιλιάδων Ποντίων (και όχι μόνο) στην Αθήνα, έξω από τη Βουλή, αυξάνοντας κατά πολύ την πίεση προς την κυβέρνηση, η οποία αποφάσισε να προχωρήσει σε επιχείρηση απεγκλωβισμού των, αμέσως μόλις θα το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Εμπνευστής της όλης επιχειρήσεως, που για προφανής λόγους έλαβε την κωδική ονομασία «Χρυσόμαλλον Δέρας», και της προετοιμασίας της ήταν η τότε Υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού. Η όλη λεπτομερής προετοιμασία της κράτησε σχεδόν έξι μήνες, με τις εμφύλιες συγκρούσεις στη Γεωργία να εξακολουθούν να μαίνονται.

Πρώτη ενέργεια της Τσουδερού ήταν να ζητήσει να της υποβληθούν άμεσα σχετικές εισηγήσεις από το «Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων» (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.) και από συναρμόδιες υπηρεσίες (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών κλπ), για την ενδεχόμενη οργάνωση μεταφοράς των ομογενών (ναύλωση πλοίων κ.λπ.), για τον απαιτούμενο χρόνο οργάνωσης, για τις δυνατότητες και το κόστος μεταφοράς και την διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Αμπχαζία.

Έκτοτε το χρονολόγιο δράσεων εξελίχτηκε με μεγάλη ταχύτητα.

Συμφώνως με τον Πρέσβη κ. Διονύσιο Καλαμβρέζο, που είχε ενεργό συμμετοχή στην όλη επιχείρηση, σε άρθρο του στην «Καθημερινή, για την 30η επέτειο της επιχειρήσεως. Γράφει τα εξής: «…Κλιμάκιο της πρεσβείας της Μόσχας μετέβη στην Τιφλίδα από 7 έως 10.3.1993, συναντήθηκε με τις Αρχές της Γεωργίας και ομογενείς της Αμπχαζίας που είχαν καταφύγει εκεί, και αποκόμισε αρκετές πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στο Σουχούμι. Προσπάθειες να μεταβεί το κλιμάκιο στο Σουχούμι τον Μάιο του 1993 δεν καρποφόρησαν λόγω των μαχών…»

Στις 10 Ιουνίου 1993, η Τσουδερού πραγματοποίησε περιοδεία στη Νότια Ρωσία, στη Γεωργία, στην Αρμενία και στο Αζερμπαϊτζάν, όπου είχε συναντήσεις με εκπροσώπους της Γεωργίας, τη Ρωσική Πρεσβεία στην Τιφλίδα και το Πατριαρχείο Γεωργίας, καθώς και επαφές με εκπροσώπους των ομογενών της Αμπχαζίας και της Γεωργίας.

Το ίδιο διάστημα, μια ελληνική αντιπροσωπεία, με την συνοδεία λίγων ένοπλων στελεχών επίλεκτων μονάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, επισκεπτόταν όλες τις γειτονιές του Σοχούμι και των γύρω χωριών, όπου υπήρχε ελληνικός πληθυσμός, προκειμένου να τους καταγράψει, να τους ενημερώσει και γενικώς να προετοιμάσει τους ομογενείς μας. για να ειδοποιήσει και προετοιμάσει τους ομογενείς.

Η κίνηση αυτή , σε δύο επίπεδα, πολιτικό/διπλωματικό και «επιχειρησιακό» - «επί του πεδίου» - ήταν, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ύψιστης σημασίας, καθώς εμψύχωσε και αναπτέρωσε το φρόνημα των ομογενών μας.

Στις 21 Ιουλίου 1993, τρία στελέχη της Ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα, μαζί με τον εκπρόσωπο του ΕΙΥΑΠΟΕ κ. Αδάμη Μητσοτάκη, έφτασαν επιτοπίως στη Γεωργία, προκειμένου να προετοιμάσουν την τελική φάση της επιχειρήσεως επί τη βάσει των τελευταίων εξελίξεων που υπήρχαν στους ομογενείς, για την οριστική μεταφορά τους στην Ελλάδα.

Γράφει σχετικώς ο κ. Καλαμβρέζος στο ίδιο άρθρο του: «…Αρχικώς, τρία στελέχη της πρεσβείας μας στη Μόσχα, ο διευθύνων το προξενικό γραφείο Διονύσιος Καλαμβρέζος, ο AKAM συνταγματάρχης Γιώργος Κουσούλης και ο τότε συμβασιούχος υπάλληλος Πρόδρομος Τεκνόπουλος μετέβησαν, στις 21 Ιουλίου 1993, στη Γεωργία για να προετοιμάσουν μαζί με τον εκεί εκπρόσωπο του ΕΙΥΑΠΟΕ Αδάμη Μητσοτάκη την εκτεταμένη επιχείρηση εντοπισμού και οργάνωσης των ομογενών και τη μεταφορά τους στην Ελλάδα. Από τις 21 έως τις 30 Ιουλίου η ομάδα πραγματοποίησε επαφές με εκπροσώπους της κυβέρνησης της Γεωργίας, τη ρωσική πρεσβεία στην Τιφλίδα και άλλους φορείς σχετικά με διευκόλυνση της επιχείρησης και τήρηση ανακωχής κατά τη διεξαγωγή της…»

Ο τότε Πρόεδρος του ΕΙΥΑΠΟΕ και μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου κ. Γιώργου Ιακώβου, είχε δώσει το περίγραμμα της προαναφερθείσας αποστολής των μελών της Ελληνικής Πρεσβείας και του εκπροσώπου της ΕΙΥΑΠΟΕ, ως εξής:

--- Η ομάδα να μεταβεί στο Σοχούμι

--- Να πληροφορηθεί για την ύπαρξη ασφαλών από στρατιωτικής πλευράς λιμένων ή αγκυροβολίων.

--- Να υπολογισθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια ο αριθμός των προς μετακίνηση ομογενών.

--- Να εξετάσει τη δυνατότητα συγκεντρώσεώς τους σε τρία-τέσσερα μέρη κοντά στο σημείο επιβιβάσεώς τους.

--- Να συντάξει χρονοδιάγραμμα μεταφοράς των ομογενών στο Σοχούμι.

--- Να διερευνηθούν οι απόψεις-θέσεις της Κυβερνήσεως της Γεωργίας για τη σχεδιαζόμενη δραστηριότητα.

Στις 27 Ιουλίου 1993, κατά ευτυχή σύμπτωση για την Ελλάδα, υπογράφτηκε μεταξύ των αντιμαχόμενων, η Συμφωνία του Σότσι για τον τερματισμό του πολέμου, η οποία όμως δεν τηρήθηκε, δίδοντας έτσι την ευκαιρία στην Ελλάδα να οργανώσει την επιχείρηση απεγκλωβισμού των ομογενών μας.

Στις 31 Ιουλίου 1993, τα μέλη της ελληνικής αποστολής κατάφεραν να φτάσουν στο Σοχούμι, όπου βρήκαν μία τραγική κατάσταση, με τον μισό πληθυσμό να έχει φύγει και η πόλη να μην έχει φως και νερό. Ενδεικτικό της καταστάσεως που αντιμετώπισε η ελληνική αποστολή, αλλά και των «εκ των ενόντων» λύσεων που έδωσε είναι και το ακόλουθο περιστατικό: «στο κέντρο του Σοχούμι, στο σπίτι του ομογενούς Φίλιππου Τυρικίδη, οργανώθηκε ένα αυτοσχέδιο «προξενείο», προκειμένου να τακτοποιήσει τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα 1.484 ατόμων! Κάποιοι είχαν διαβατήρια με την ένδειξη «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», που θεωρήθηκαν «σε ισχύ» για ένα και μόνο ταξίδι! Για όσους όμως δεν είχαν διαβατήριο υπήρξε ένα σοβαρό πρόβλημα καθώς δεν υπήρχαν …φωτογραφίες για την έκδοση καινούργιου, δεν υπήρχε ρεύμα, ούτε φυσικά και κάποιο φωτογραφείο ανοικτό. Και τότε βρέθηκε η «λύση», από τους εξαιρετικά έξυπνους και πλήρως επιχειρησιακούς διπλωμάτες μας! Οι φωτογραφίες από τα…οικογενειακά άλμπουμ στις οποίες έκοβαν τα «κεφαλάκια» με το ψαλίδι για την έκδοση των πιστοποιητικών, ανεξαρτήτως της ποιότητος και του μεγέθους των φωτογραφιών!

Τη Δευτέρα 9 Αυγούστου 1993, απέπλευσε από τον Πειραιά το ΕΓ/ΟΓ “VISCOUNTESS M.” της ναυτιλιακής εταιρείας Marlines S.A. του εφοπλιστή Παναγιώτη Μαραγκόπουλου, ο οποίος για το συγκεκριμένο ταξίδι ΔΕΝ δέχθηκε να αποζημιωθεί, ει μη μόνο να καλυφθούν τα έξοδα καυσίμων, τροφοδοσίας και πληρώματος. Καπετάνιος του σκάφους ήταν ο Πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού Γιώργος Σαμιωτάκης.

Στο πλοίο επέβαινε, ένα στοιχείο Βατραχανθρώπων της τότε Ομάδας Υποβρυχίων Καταστροφών (Ο.Υ.Κ.) και μία ομάδα Πεζοναυτών για την ασφάλεια του ίδιου του πλοίου, με επικεφαλής τον Αντιπλοίαρχο Δημητριάδη ΠΝ, 20 άτομα, καθώς και 5μελής ομάδα γιατρών και νοσηλευτών του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (ΝΝΑ), για τυχόν παροχή ιατρικής φροντίδος, συνολικώς 25 άτομα. Όλοι τους είχαν εφοδιαστεί με ναυτικά φυλλάδια και εμφανίζονταν ως μέλη του πληρώματος του σκάφους! Στο πλοίο είχε φορτωθεί επίσης ανθρωπιστική βοήθεια.

Ενδεικτικό και σημειολογικό σημείο που αξίζει να επισημανθεί είναι και το γεγονός ότι το “VISCOUNTESS M” ήταν Κυπριακού Νηολογίου και έφερε στον ιστό του την Κυπριακή Σημαία. Ειδικώς για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποστολής και επειδή θα περνούσε από την Τουρκία, το σκάφος άλλαξε νηολόγιο και σημαία, υψώνοντας για πρώτη φορά Ελληνική Σημαία και εγγραφόμενο στο Νηολόγιο Πειραιώς!

«Στις 11 Αυγούστου έφθασε από την Αθήνα ομάδα 11 στελεχών του ΓΕΕΘΑ που θα συμμετείχαν στη διεξαγωγή της τελικής φάσης της επιχείρησης. Την επομένη, 12.8.1993, η διευρυμένη ομάδα (4 στελέχη του κλιμακίου Μόσχας και 11 στελέχη του ΓΕΕΘΑ) αναχώρησε με μικρό αεροπλάνο για το Σουχούμι.» (Δ.Καλαβρέζος)

Η 11μελής ομάδα του ΓΕΕΘΑ αποτελείτο από άνδρες του Ειδικού Τμήματος Αλεξιπτωτιστών (ΕΤΑ) και μετέφεραν το πολύ σημαντικό δορυφορικό τηλέφωνο επικοινωνίας, ποσότητες νερού και τροφίμων και άλλα τέτοια στοιχειώδη εφόδια, προκειμένου να εγκατασταθεί ένας πρόχειρος Σταθμός Διοικήσεως στο Σοχούμι. Με την ομάδα αυτή μετέβη στο Σοχούμι και ο Αντιπλοίαρχος Ντερτιλής.

Στο Σοχούμι, σύνδεσμος με την ελληνική αποστολή ήταν ένας ελληνικής καταγωγής Γεωργιανός ταγματάρχης της Υπηρεσίας Ασφαλείας. Εκεί, μόλις έφτασαν ο Ντερτιλής και η Ομάδα των κομάντος του ΕΤΑ επιθεώρησε όλους τους χώρους που εμπλέκονταν με την αποστολή, ήτοι λιμάνι, φυλάκια τελωνείου και συνοριακών φρουρών, πλατεία μπροστά στο λιμάνι, οδούς που οδηγούσαν ως εκεί, καταστρώνοντας μετά και το τελικό σχέδιο.

Όταν ΟΛΑ ήταν εντάξει ειδοποιήθηκε ο καπετάνιος του “VISCOUNTESS M”. που βρισκόταν στη Λήμνο και ανέμενε, να ξεκινήσει, ώστε ανήμερα της Εορτής της Παναγίας να βρίσκεται στο Σοχούμι. Επικεφαλής του συνόλου της αποστολής ήταν ο Αντιπλοίαρχος Ντερτιλής.

Την Κυριακή 15 Αυγούστου 1993, στις 05:00 τοπική ώρα, ξεκίνησε η τρίτη και τελευταία φάση της επιχειρήσεως, με τον κατάπλου του “VISCOUNTESS M” στο λιμάνι του Σοχούμι, όπου όλα ήταν πανέτοιμα από την εκεί ελληνική αποστολή. Το πλοίο θα έπρεπε να αποπλεύσει πριν νυχτώσει. Η επαφή ήταν συνεχής τόσο με το κεντρικό επιχειρησιακό κέντρο στο ΥΠΕΞ στην Αθήνα, όσο και στην Αλεξανδρούπολη, όπου θα κατέπλεε ο σκάφος με τους ομογενείς μας. Καθήκοντα γενικού συντονιστή της όλης επιχειρήσεως ασκούσε ο διπλωμάτης Αλέξης Χατζημιχάλης.

Είχε συμφωνηθεί από την ελληνική αποστολή ότι οι ομογενείς θα εισέρχονταν στο χώρο του λιμανιού σε πεντάδες, όπου θα υποβάλλονταν ταχύτατα σε διαδοχικούς ελέγχους. Πρώτα, σε προξενικό έλεγχο από εκεί εγκατεστημένο ελληνικό κλιμάκιο. Έπειτα σε τελωνειακό και συνοριακό έλεγχο από τους στρατιώτες ενός…ρωσικού συντάγματος αλεξιπτωτιστών, που είχαν αποκαταστήσει «καλή επαφή» με τους Έλληνες αλεξιπτωτιστές του ΕΤΑ, και στο τέλος θα επιβιβάζονταν στο πλοίο, όπου θα τους ανέμενε κλιμάκιο του ΕΙΥΑΠΟΕ για την υποδοχή και καταγραφή τους.

Αμέσως μετά τον κατάπλου του “VISCOUNTESS M.” Στο λιμάνι του Σοχούμι ξεφορτώθηκε αμέσως η ανθρωπιστική βοήθεια που μεταφέρονταν για τον ταλαιπωρημένο πληθυσμό της πόλεως, που είχε υποσχεθεί η Ελληνική Κυβέρνηση, υπό μορφή ανταλλαγμάτων. Η επιβίβαση των ομογενών εξελίχθηκε συμφώνως με το σχέδιο, χάρη στην βοήθεια των στελεχών του ΓΕΕΘΑ και των ΟΥΚ. Η επιβίβαση των 1.013 ομογενών τελείωσε περί τις 17:00 και αμέσως μετά το πλοίο απέπλευσε.

Τη Δευτέρα 16 Αυγούστου 1993, το “VISCOUNTESS M” άφησε τη Μαύρη Θάλασσα και εισήλθε στο Βόσπορο, με το ταξίδι να εξελίσσεται ομαλά, καθώς υπήρχε τακτική επαφή με το κλιμάκιο υποδοχής στην Αλεξανδρούπολη. Λόγω της υπάρξεως τόσου κόσμου, στο πλοίο η παροχή νερού ήταν ελεγχόμενη, ενώ πραγματοποιείτο διανομή συσσιτίου τρεις φορές την μέρα.

Την Τετάρτη 18 Αυγούστου 1993, πολύ νωρίς τα ξημερώματα, το “VISCOUNTESS M.” Εισήλθε στο λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, όπου τους 1.013 ομογενείς μας υποδέχθηκε εκ μέρους της κυβερνήσεως η τότε ΥΦΥΠΕΞ Βιργινία Τσουδερού, η οποία συνεχάρη τον καπετάνιο του Πλοίαρχο Σαμιωτάκη, μικρό στρατιωτικό άγημα αποδόσεως τιμών και λίγοι επίσημοι.

Η άριστη σχεδίαση και επιτυχής ολοκλήρωση της επιχειρήσεως «Χρυσόμαλλον Δέρας» είχε ως αποτέλεσμα την εξύψωση του Ηθικού στον κόσμο, ιδίως μεταξύ των Ομογενών, αλλά και διεθνώς, καθώς κατεδείχθη με τον καλύτερο τρόπο η ικανότητα της Ελλάδος να διοργανώσει και να εκτελέσει επιχείρηση απεγκλωβισμού 1.013 ατόμων, από εμπόλεμη περιοχή, χωρίς να ανοίξει …ρουθούνι. Οι υπόλοιποι από τους 1.484, των οποίων είχαν τακτοποιηθεί τα ταξιδιωτικά έγγραφα, είτε προτίμησαν να μείνουν στο Σοχούμι (ελάχιστοι) είτε μετέβησαν στη Ρωσία ή τη Γεωργία.

Τέλος, να τονιστεί ότι η επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας» πραγματοποιήθηκε κυριολεκτικώς “on time”, αφού τον Σεπτέμβριο του 1993, το Σοχούμι κατελήφθη από τις Αμπχαζιανές δυνάμεις, με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ