Διεθνή διάσταση λαμβάνει το ζήτημα της Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, καθώς το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών τοποθετήθηκε δημοσίως, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προστασίας της ιστορικής και θρησκευτικής σημασίας του αρχαιότερου αδιάλειπτα λειτουργούντος μοναστηριού στον κόσμο.
Η παρέμβαση της Ουάσινγκτον —που εκφράστηκε και σε υψηλό επίπεδο μέσω επαφών του αμερικανικού παράγοντα με τον Αρχιεπίσκοπο Σινά Συμεών στο Κάιρο— έρχεται να προστεθεί στις πολύμηνες διπλωματικές προσπάθειες Ελλάδας και Αιγύπτου.
Αν και οι ΗΠΑ αποφεύγουν να λάβουν θέση επί των ιδιοκτησιακών εκκρεμοτήτων, η στήριξή τους στη διατήρηση του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα και του πνευματικού status quo της Μονής προσδίδει επιπλέον πολιτικό βάρος στις διαπραγματεύσεις.
Η νομική αβεβαιότητα εντάθηκε μετά την απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας (Μάιος 2025), η οποία, αν και κατοχύρωσε ρητά τον θρησκευτικό και λατρευτικό χαρακτήρα του μοναστηριακού συγκροτήματος, δεν αναγνώρισε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί παρακείμενων εκτάσεων (όπως κήποι και αμπελώνες). Έκτοτε, η ελληνική διπλωματία, υπό τον Υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, βρίσκεται σε εντατικές διαβουλεύσεις με το Κάιρο.
Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας «λειτουργικής λύσης» που θα αναγνωρίζει ειδικό νομικό καθεστώς στη Μονή, διασφαλίζοντας την αδιάλειπτη συνέχεια της μοναστικής κοινότητας και την προστασία της ανεκτίμητης πολιτιστικής της κληρονομιάς.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη συνθετότητα καθώς η Αίγυπτος προωθεί στην περιοχή το ευρύ αναπτυξιακό σχέδιο «Great Transfiguration» για τον θρησκευτικό και περιβαλλοντικό τουρισμό.
Η Αθήνα, σε συντονισμό με την UNESCO —η οποία έχει ανακηρύξει το Σινά Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από το 2002— επιμένει ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη πρέπει να σεβαστεί την ενότητα του ιερού τοπίου, τη θρησκευτική παράδοση 15 αιώνων και τον πλούτο των σπάνιων χειρογράφων και εικόνων που θησαυρίζονται στη Μονή.